Google Play Store Apple Store
World News Media Themasports Socialista lifenewscy

Ο οίκος Fitch αναβάθμισε σε θετικές τις προοπτικές Τράπεζας Κύπρου και Ελληνικής

15.12.2021
16:01
Οικονομία

Σε τροχιά αναβάθμισης έθεσε την Τράπεζα Κύπρου και την Ελληνική Τράπεζα ο οίκος αξιολόγησης Fitch, αλλάζοντας την προοπτική των δύο τραπεζών σε θετική από αρνητική, επικαλούμενος την αναμενόμενη βελτίωση της ποιότητας των περιουσιακών τους στοιχείων, λόγω των πράξεων πωλήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) που έχουν ανακοινωθεί.

 
Παράλληλα, ο οίκος διατήρησε τη μακροχρόνια πιστοληπτική αξιολόγηση εκδότη (Long-term issuer default rating) στο «Β-» για την Τράπεζα Κύπρου και στο «Β» για την Ελληνική Τράπεζα. Η αδύναμη ποιότητα περιουσιακών στοιχείων, η κερδοφορία και η υψηλή βάση κόστους αποτελούν τις κοινές προκλήσεις και για τις δύο τράπεζες.
 
Για την Τράπεζα Κύπρου, ο Fitch σημειώνει πως η αλλαγή της προοπτικής έγινε έπειτα από την ανακοίνωση της τράπεζας για τη συμφωνία πώλησης πακέτου μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) ύψους €0,6 δισεκατομμυρίων και ακινήτων που έχουν ανακτηθεί €121 εκατ., γνωστής και ως «Helix 3».
 
«Η πώληση θα βελτιώσει την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού της τράπεζας και θα μειώσει την κεφαλαιακή επιβάρυνση από τα μη εξασφαλισμένα προβληματικά στοιχεία (στα οποία περιλαμβάνονται και τα ΜΕΔ και τα ακίνητα που έχουν ανακτηθεί)», σημειώνει ο Fitch. Η συναλλαγή αυτή θα μειώσει τον δείκτη ΜΕΔ της Τράπεζας Κύπρου στο 8,6%.
 
Επισημαίνει ακόμη ότι η θετική προοπτική αντανακλά τη σημαντική πρόοδο στην οργανική μείωση των προβληματικών δανείων από το τέλος του 2019 παρά το δύσκολο λειτουργικό περιβάλλον στην Κύπρο και την εκτίμηση του οίκου ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί και στο κοντινό μέλλον.
 
Σημειώνει πως η αξιολόγηση της τράπεζας, B-, «αντανακλά την αδύναμη ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού, ακόμη και μετά την πώληση του πακέτου ΜΕΔ, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την κεφαλαιακή επιβάρυνση λόγω των ανεξασφάλιστων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και την αδύναμη κερδοφορία, η οποία έχει περιοριστεί από τις υψηλές χρεώσεις απομείωσης δανείων»
 
Ο οίκος σημειώνει ότι αναμένει συνέχιση της βελτίωσης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού, λόγω του βελτιωμένου οικονομικού περιβάλλοντος στην Κύπρο «και την αποδεδειγμένη ικανότητα της τράπεζας να επιλύει οργανικά τα παλαιά προβληματικά δάνεια». Αναφέρει ακόμη ότι δεν αναμένει σημαντική εισροή νέων ΜΕΔ από τα δάνεια που εξήλθαν του μορατόριουμ καταβολής δόσεων, καθώς οι επιδόσεις τους μέχρι τώρα ήταν καλύτερες από τις αναμενόμενες.
 
Όσον αφορά την κερδοφορία της τράπεζας, ο οίκος σημειώνει πως αναμένει ότι θα βελτιωθεί καθώς θα μειωθούν οι χρεώσεις απομείωσης δανείων και θα υποχωρήσουν τα έξοδα αναδιάρθρωσης. Επισημαίνει ωστόσο ότι η βελτίωση της κερδοφορίας θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της τράπεζας να μειώσει τα κόστη της και να διαφοροποιήσει τα έσοδά της.
 
Για την Ελληνική Τράπεζα, ο Fitch σημειώνει ότι η αλλαγή στην προοπτική αντανακλά την προσδοκία ότι η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού θα βελτιωθεί, καθώς η τράπεζα εργάζεται για την ολοκλήρωση συμφωνίας πώλησης ΜΕΔ ύψους €0,7 δις νωρίς το 2022 με το γνωστό έργο «Starlight».
 
«Εφόσον ολοκληρωθεί, η πώληση ΜΕΔ θα μειώσει την κεφαλαιακή επιβάρυνση από τα μη εξασφαλισμένα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία στα οποία περιλαμβάνονται τα ΜΕΔ και τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν ανακτηθεί», αναφέρει ο Fitch, προσθέτοντας πως αναμένει ότι η ισχυρή οικονομική ανάκαμψη στην Κύπρο θα αποτρέψει σημαντική επιδείνωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων μετά την πανδημία του κορωνοϊού.
 
Για την αξιολόγηση της Ελληνικής, «Β», ο οίκος αναφέρει ότι αυτή αντανακλά την αδύναμη ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού σε σύγκριση με τα διεθνή πρότυπα και την υψηλή κεφαλαιακή επιβάρυνση από τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία.  Θεωρεί πως στα ατού της τράπεζας είναι οι κεφαλαιακοί δείκτες, που βρίσκονται άνετα πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις, αλλά σημειώνει ότι «η κεφαλαιοποίηση δεν είναι ανάλογη με τους κινδύνους».
 
Θεωρεί ότι με την ολοκλήρωση του «Starlight» ο δείκτης ΜΕΔ θα υποχωρήσει από 14,5% (εξαιρουμένων των δανείων που καλύπτονται από το πρόγραμμα προστασίας περιουσιακών στοιχείων) πέριξ του 5% και προσθέτει ότι η κεφαλαιακή επιβάρυνση θα υποχωρήσει από το 50% του δείκτη CET1 (χωρίς μεταβατικές διατάξεις) στο 30%.
 
Αναφέρεται επίσης στην αδύναμη κερδοφορία, λόγω της εξάρτησης της τράπεζας στο καθαρό επιτοκιακό εισόδημα και στην υψηλή βάση κόστους, η οποία περιορίζεται από τις υψηλές χρεώσεις για απομείωση δανείων. Η κερδοφορία βρίσκεται υπό πίεση λόγω ενός μη διαφοροποιημένου επιχειρηματικού μοντέλου, ενώ τα κόστη είναι διαρθρωτικά υψηλά και το μικρό μέγεθος της τράπεζας καθιστά την επίτευξη οικονομιών κλίμακας δύσκολη, συμπληρώνει ο Fitch.