Η κυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη επιχείρησε να επιταχύνει μεταρρυθμίσεις και να απαντήσει σε χρόνιες παθογένειες του κράτους, σε ένα περιβάλλον αυξημένων κοινωνικών πιέσεων, περιβαλλοντικών κρίσεων και έντονων θεσμικών συγκρούσεων.
Η χρονιά λειτούργησε ως σημείο καμπής: Λιγότερα λόγια, περισσότερες αποφάσεις, αλλά και αυξημένο πολιτικό κόστος. Το χάσμα ανάμεσα στον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικών έγινε πιο ορατό από ποτέ, όπως και τα όρια αντοχής τόσο της κοινωνίας όσο και του κρατικού μηχανισμού.
Η κοινωνική πίεση στο προσκήνιο
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, το κόστος ζωής και το στεγαστικό πρόβλημα κυριάρχησαν στον δημόσιο διάλογο. Παρά τις νομοθετικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης, όπως η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων από παρενόχληση και βία στον χώρο εργασίας, η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά παρέμεινε έντονη.
Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε το ζήτημα του κατώτατου μισθού. Μέσα στο 2025 είχε προηγηθεί αύξηση από τα €830 στα €880, ενώ τον Δεκέμβριο ανακοινώθηκε ότι από 1η Ιανουαρίου 2026 ο κατώτατος μισθός θα ανέρχεται στα €1.088 μεικτά, με χαμηλότερο επίπεδο για τους πρώτους έξι μήνες απασχόλησης. Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις και από τις δύο πλευρές: οι συντεχνίες τη χαρακτήρισαν ανεπαρκή για τις ανάγκες των χαμηλόμισθων, ενώ οι εργοδοτικές οργανώσεις προειδοποίησαν για επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα και στο κόστος εργασίας.
Μεταρρυθμίσεις και συμβολισμοί
Σημαντικό ορόσημο της χρονιάς αποτέλεσε η ψήφιση τον Μάρτιο, του νομοσχεδίου, για την εθελοντική στράτευση γυναικών στην Εθνική Φρουρά. Η απόφαση είχε έντονο συμβολικό χαρακτήρα και άνοιξε ευρύτερη συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και των κοινωνικών ρόλων.
Την ίδια περίοδο, άρχισε να ωριμάζει η δημόσια συζήτηση για τη φορολογική μεταρρύθμιση. Οι βασικοί της άξονες παρουσιάστηκαν την άνοιξη, με στόχο τον εξορθολογισμό των φορολογικών συντελεστών, την ενίσχυση της διαφάνειας και την πάταξη της φοροδιαφυγής. Από νωρίς, ωστόσο, επαγγελματικοί και επιχειρηματικοί φορείς εξέφρασαν ανησυχίες για πιθανές επιβαρύνσεις, προϊδεάζοντας για μια μακρά και δύσκολη πολιτική διαδρομή.
Εύθραυστη κανονικότητα και περιβαλλοντικά καμπανάκια
Κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, η οικονομία κινήθηκε σε σχετικά σταθερή τροχιά. Παράλληλα, όμως, άρχισαν να εντείνονται οι προειδοποιήσεις για περιβαλλοντικούς κινδύνους. Η ξηρασία, η διαχείριση υδάτινων πόρων και η ανθεκτικότητα των υποδομών μπήκαν δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με ειδικούς να κάνουν λόγο για ανεπαρκή προετοιμασία του κράτους.
Ιούλιος: Οι πυρκαγιές ως σημείο καμπής
Ο Ιούλιος αποτέλεσε το πιο δραματικό σημείο της χρονιάς. Οι καταστροφικές πυρκαγιές στην ορεινή Λεμεσό, που κόστισαν τη ζωή σε δύο ανθρώπους και προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές, έθεσαν σε δοκιμασία τον κρατικό μηχανισμό πολιτικής προστασίας.
Η κριτική υπήρξε σφοδρή και συγκεκριμένη. Αιχμές διατυπώθηκαν προς το Υπουργείο Γεωργίας για ελλείψεις στην πρόληψη και τη διαχείριση δασικών εκτάσεων, αλλά και προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης για καθυστερήσεις στον συντονισμό των σωμάτων ασφαλείας και της πολιτικής προστασίας. Η συζήτηση μετατράπηκε γρήγορα από τεχνική σε βαθιά πολιτική, με ζητήματα ευθύνης, σχεδιασμού και θεσμικής επάρκειας να κυριαρχούν.
Αποκατάσταση και κοινωνική δυσπιστία
Ο Αύγουστος αφιερώθηκε στη διαχείριση των συνεπειών των πυρκαγιών και στη στήριξη των πληγέντων. Παράλληλα, η κοινωνική δυσπιστία απέναντι στο κράτος παραμένει έντονη, με αιτήματα για ουσιαστικές αλλαγές στον μηχανισμό πρόληψης και αντιμετώπισης κρίσεων.
Εκπαίδευση – από τη σύγκρουση στην ψήφιση
Το φθινόπωρο άνοιξε ένα ακόμη δύσκολο μέτωπο για την κυβέρνηση. Η προώθηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών τον Σεπτέμβριο, πυροδότησε έντονες αντιδράσεις από τις εκπαιδευτικές οργανώσεις, οι οποίες κατήγγειλαν «τιμωρητική λογική», έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου και υποβάθμιση του παιδαγωγικού ρόλου του εκπαιδευτικού.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, υπερασπίστηκε τη μεταρρύθμιση ως αναγκαία προϋπόθεση για την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης και τη βελτίωση της ποιότητας της διδασκαλίας, υποστηρίζοντας ότι το ισχύον σύστημα δεν ανταποκρινόταν πλέον στις σύγχρονες ανάγκες.
Παρά τις κινητοποιήσεις και την έντονη κοινωνική αντιπαράθεση, το νομοσχέδιο για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ψηφίστηκε τελικά τον Δεκέμβριο, αποτελώντας μία από τις πιο συγκρουσιακές αλλά και κομβικές θεσμικές παρεμβάσεις της χρονιάς. Η ψήφισή του έκλεισε έναν κύκλο έντασης, χωρίς ωστόσο να γεφυρώσει το ρήγμα εμπιστοσύνης μεταξύ κυβέρνησης και εκπαιδευτικής κοινότητας.
Δεκέμβριος – Μεταρρυθμίσεις και πολιτικά μηνύματα
Η χρονιά έκλεισε με κρίσιμες αποφάσεις. Τον Δεκέμβριο ψηφίστηκαν τόσο η φορολογική μεταρρύθμιση όσο και το νομοσχέδιο για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, επισφραγίζοντας μια περίοδο έντονων διαβουλεύσεων και πολιτικών συγκρούσεων σε δύο από τα πιο ευαίσθητα πεδία δημόσιας πολιτικής.
Παράλληλα, στις 5 Δεκεμβρίου, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης προχώρησε σε μίνι ανασχηματισμό του Υπουργικού Συμβουλίου, επιδιώκοντας ενίσχυση της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας σε τομείς όπου η απόδοση κρίθηκε ανεπαρκής. Η κίνηση προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις, κυρίως από την ΕΔΕΚ, η οποία έθεσε ζήτημα επαναπροσδιορισμού της σχέσης της με την κυβέρνηση.
Το βλέμμα στο 2026
Το 2025 έκλεισε με ανοιχτές πληγές. Το συνταξιοδοτικό παραμένει σε εκκρεμότητα, με την κατάθεση ολοκληρωμένου νομοσχεδίου να μετατίθεται για το 2026, ενισχύοντας τη δυσπιστία των πολιτών.
Στη συνέντευξή του στον «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ», ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης τόνισε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, ακόμη και με πολιτικό κόστος, θέτοντας ως βασικές προτεραιότητες το συνταξιοδοτικό, τον κατώτατο μισθό και τη βελτίωση της εσωτερικής διακυβέρνησης.
Το 2025 απέδειξε ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται στα νομοσχέδια, αλλά στην καθημερινότητα. Το 2026 θα δείξει αν οι αποφάσεις αυτές μπορούν να αντέξουν στον χρόνο και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.


