Πολιτική ισότητα ή πολιτική ανατροπή; Τι πραγματικά σηματοδοτεί η επιστροφή Ολγκίν και η ατζέντα του Ερχιουρμάν

Πολιτική ισότητα ή πολιτική ανατροπή; Τι πραγματικά σηματοδοτεί η επιστροφή Ολγκίν και η ατζέντα του Ερχιουρμάν

Η επιστροφή της Προσωπικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν στην Κύπρο, στις 27 Ιανουαρίου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Κυπριακό, δεν βρίσκεται απλώς σε στασιμότητα, αλλά σε μια επικίνδυνη φάση πολιτικής σύγχυσης.

Μια φάση όπου έννοιες με συγκεκριμένο περιεχόμενο στο διεθνές και συνταγματικό δίκαιο, όπως η «πολιτική ισότητα», επαναπροσδιορίζονται μονομερώς από την τουρκοκυπριακή ηγεσία και παρουσιάζονται ως δήθεν αυτονόητες απαιτήσεις.

Το πρόγραμμα της κ. Ολγκίν είναι συγκεκριμένο και αποκαλυπτικό των ισορροπιών: Το πρωί της Τρίτης, θα συναντηθεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη και το απόγευμα με τον κατοχικό ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν. Παρά την επιθυμία του Προέδρου για κοινή συνάντηση, κάτι τέτοιο δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί. Το γεγονός αυτό, δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια. Αντανακλά το βαθύ πολιτικό χάσμα και την απουσία κοινού εδάφους ακόμη και για στοιχειώδεις κινήσεις συμβολισμού.

Τυπικά, στο τραπέζι βρίσκονται τα οδοφράγματα. Ο Έρχιουρμαν δηλώνει ότι έχει προτείνει τέσσερα νέα σημεία διέλευσης, από τη Μια Μηλιά μέχρι το Πυρόι και τη Λουρουτζίνα. Στην πράξη όμως, τα οδοφράγματα λειτουργούν ως όχημα για κάτι πολύ ευρύτερο. Δεν παρουσιάζονται απλώς ως μέτρα διευκόλυνσης της καθημερινότητας, αλλά εντάσσονται σε μια συνολική πολιτική αφήγηση που αμφισβητεί ευθέως τη δομή, τις αρμοδιότητες και τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι δηλώσεις του κατοχικού ηγέτη, δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Όταν μιλά για «κοινές εξουσίες» σε τομείς όπως οι υδρογονάνθρακες, η ενέργεια, οι θαλάσσιες ζώνες, οι εμπορικές οδοί, η ασφάλεια και η ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν περιγράφει μια μελλοντική ομοσπονδιακή ρύθμιση. Περιγράφει μια απαίτηση συνδιαχείρισης κυριαρχικών αρμοδιοτήτων εδώ και τώρα, εκτός πλαισίου λύσης και χωρίς ενιαίο κράτος.

Η θέση Έρχιουρμαν, όσο και αν αποφεύγει να ονομάσει τη μορφή λύσης, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια λογική συνομοσπονδίας ή δύο κρατών με κοινή διαχείριση επιλεγμένων τομέων. Πρόκειται για μια πολιτική προσέγγιση πλήρως εναρμονισμένη με τις επιδιώξεις της Άγκυρας και όχι για μια δημιουργική πρόταση υπέρβασης του αδιεξόδου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα οδοφράγματα παύουν να είναι ουδέτερα. Μετατρέπονται σε εργαλείο πολιτικής πίεσης. Η σύνδεσή τους με αξιώσεις πολιτικής ισότητας και συνδιαχείρισης δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο: ότι κάθε μικρό βήμα στην καθημερινότητα των πολιτών πρέπει να «ανταλλάσσεται» με πολιτικές παραχωρήσεις στρατηγικού χαρακτήρα.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια λεπτή αλλά κρίσιμη ισορροπία. Από τη μία, η διάνοιξη νέων οδοφραγμάτων είναι θεμιτή και επιθυμητή, καθώς ενισχύει την επαφή μεταξύ των δύο κοινοτήτων και περιορίζει την απομόνωση. Από την άλλη, δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι τέτοιες ρυθμίσεις θα ενταχθούν σε μια διαδικασία σταδιακής αποδόμησης της κρατικής κυριαρχίας.

Οι δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών Κωνσταντίνου Κόμπου κινούνται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Η αναφορά σε «δυναμικό διάλογο» και η έκφραση ελπίδας για θετικά αποτελέσματα αποσκοπούν στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας. Την ίδια στιγμή, η επισήμανση ότι οι θέσεις είναι γνωστές και αποτελούν αντικείμενο συζήτησης λειτουργεί ως σαφές μήνυμα ότι η Κυβέρνηση δεν προτίθεται να μετακινηθεί από τις βασικές της γραμμές.

Η παρουσία της προσωπικής απεσταλμένης του ΓΓ του ΟΗΕ, αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία. Όχι επειδή αναμένεται να φέρει άμεσα λύσεις, αλλά επειδή καλείται να καταγράψει και να αξιολογήσει αν υπάρχει πραγματική βάση για επανεκκίνηση μιας ουσιαστικής διαδικασίας ή αν η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει απλώς τη θεσμοθέτηση νέων τετελεσμένων μέσα από τον διάλογο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο ΟΗΕ θα αποδεχθεί τη μετατόπιση της συζήτησης από το πλαίσιο λύσης σε ένα καθεστώς διαρκούς «συνδιαχείρισης χωρίς λύση». Αν αυτό συμβεί, τότε η έννοια της πολιτικής ισότητας δεν θα λειτουργήσει ως γέφυρα, αλλά ως εργαλείο πολιτικής ανατροπής.

Σε τελική ανάλυση, η επίσκεψη Ολγκίν και η συζήτηση για τα οδοφράγματα δεν δοκιμάζουν μόνο την ειλικρίνεια των προθέσεων των δύο πλευρών. Δοκιμάζουν και τα όρια αντοχής της ίδιας της διαδικασίας. Διότι στο Κυπριακό, όταν οι έννοιες χάνουν το περιεχόμενό τους, τότε το πρόβλημα δεν είναι η απουσία λύσης, αλλά ο κίνδυνος μιας λύσης που δεν θα είναι λύση.

Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

 

 

 

 

BEST OF TOTHEMAONLINE