Η υπόθεση εκκινεί από διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων που εκδόθηκε στις 3 Ιουλίου 2025 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατόπιν μονομερούς αίτησης της Αστυνομίας, με ισχύ μέχρι την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας σε σχέση με τα εν λόγω τεκμήρια.
Ο εφεσείων, ηγούμενος της Μονής Οσίου Αβακούμ στο Φτερικούδι, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτόδικη προνομιακή του δικαιοδοσία, ζητώντας άδεια για καταχώρηση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari με σκοπό την ακύρωση του διατάγματος.
Το αίτημα απορρίφθηκε στις 31 Ιουλίου 2025, γεγονός που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας έφεσης. Η υπόθεση συνδέεται με ποινικές καταγγελίες που αφορούν alleged οικονομικά αδικήματα, καθώς και ζητήματα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, στο πλαίσιο αντιπαράθεσης μεταξύ της Μονής και του Μητροπολίτη Ταμασσού και Ορεινής, με τις δικαστικές διαδικασίες να βρίσκονται σε εξέλιξη.
Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο δικηγόρος των μοναχών, κ. Ευστάθιος Ευσταθίου, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερης σημασίας, διότι αναγνωρίζει ότι εγείρονται σοβαρά ζητήματα νομιμότητας ως προς τον τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκαν και κατακρατούνται κρίσιμα τεκμήρια στην υπόθεση. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το επίμαχο υλικό δεν περιήλθε στην κατοχή της Αστυνομίας στο πλαίσιο αστυνομικής έρευνας, όπως προβλέπει ο νόμος, αλλά μέσω οικειοθελούς παράδοσης από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή τη Μητρόπολη. Αυτό από μόνο του ανοίγει, εκ πρώτης όψεως, ένα πολύ σοβαρό ζήτημα θεσμικής και συνταγματικής τάξης».
Ο κ. Ευσταθίου τόνισε ότι η υπόθεση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως απλή διοικητική ή ιδιοκτησιακή διαφορά: «Η Μονή δεν είναι ένα ακίνητο που μπορεί κάποιος να επικαλείται ότι του “ανήκει” κατά το δοκούν. Είναι ο τόπος κατοικίας, άσκησης πίστης και ιδιωτικής ζωής των μοναχών. Οι μοναχοί έχουν δικαιώματα που προστατεύονται από το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό δίκαιο, τα οποία δεν μπορούν να παραμερίζονται στο όνομα οποιασδήποτε εξουσίας ή αυθαίρετης παρέμβασης»
