Σε απόφασή του, ημερομηνίας 11 Φεβρουαρίου, στην υπόθεση Φαίδωνα Φαίδωνος (αιτητής) κατά του Υπουργού Εσωτερικών (καθ'ου η αίτηση) ο δικαστής αναφέρει ότι ο αιτητής καταχώρησε προσφυγή με την οποία αιτείται την ακύρωση της απόφασης του καθ' ου η αίτηση που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 5.2.2026 σύμφωνα με την οποία τέθηκε σε αργία από τη θέση Δημάρχου από την ημερομηνία της δημοσίευσης.
Με την προσφυγή του καταχώρησε και την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο πρώτον εκδοση Διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση ή/και η εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης του Καθ' ου η Αίτηση ημ. 5.2.26, με την οποία γνωστοποιήθηκε η θέση σε αργία του Αιτητή επ' αόριστόν, μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της πιο πάνω Προσφυγής ή και μέχρι νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου και δεύτερον, οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή ή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, ο αιτητής εισηγείται ότι ικανοποιούνται και οι δύο προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος δηλαδή, η έκδηλη παρανομία και η ανεπανόρθωτη βλάβη.
Η απόφαση του δικαστηρίου:
Τα γεγονότα όπως προκύπτουν από την ένορκη δήλωση και στην έκταση που ενδιαφέρουν για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης είναι τα εξής: ο αιτητής υπηρετούσε ως δήμαρχος Πάφου. Ο καθ’ ου η αίτηση με επιστολή του προς την Αστυνομία άγνωστης ημερομηνίας ζήτησε να ενημερωθεί κατά πόσο διερευνάται οτιδήποτε σε σχέση με τον αιτητή. Η Αστυνομία απάντησε ότι εναντίον του αιτητή διερευνάται καταγγελία για βιασμό στη βάση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα. Στις 4.2.2026 ο καθ’ ου η αίτηση ανακοίνωσε πως στη βάση της ενημέρωσης από την Αστυνομία θα προχωρήσει να θέσει τον αιτητή σε αργία από την επόμενη μέρα. Στις 5.2.2026 δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας η απόφαση της οποίας η αναστολή επιδιώκεται με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Γνωστοποιείται ότι ο κ. Φαίδωνας Φαίδωνος, Δήμαρχος Πάφου, τελεί αυτοδικαίως σε αργία από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας γνωστοποίησης του Υπουργού Εσωτερικών στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 113(1) του περί Δήμων Νόμου (Ν. 52(Ι)/2022), καθότι εναντίον του διερευνάται από τις διωκτικές αρχές αδίκημα ως το εν λόγω άρθρο ορίζει.
2. Δήμαρχος που τελεί σε αργία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 113(1) του περί Δήμων Νόμου, λαμβάνει το ένα τρίτο της καθοριζόμενης αντιμισθίας για όλη τη διάρκεια της ισχύος της.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 113(2) του περί Δήμων Νόμου, η αργία τερματίζεται με τη λήξη της έρευνας ή την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης και την απαλλαγή, αθώωση ή καταδίκη του δημάρχου εναντίον του οποίου διεξάγεται έρευνα ή έχει καταχωρισθεί ποινική υπόθεση και προς τούτο δημοσιεύεται σχετική γνωστοποίηση από τον Υπουργό Εσωτερικών αναφορικά με τον τερματισμό της αργίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που δήμαρχος απαλλαγεί ή/και αθωωθεί από ποινικό δικαστήριο, ή τερματιστεί η έρευνα εναντίον του, χωρίς να θεμελιώνεται κατηγορία, επιστρέφει στα καθήκοντά του για το υπόλοιπο της θητείας του και δικαιούται πλήρη ανάκτηση της αντιμισθίας που του είχε αφαιρεθεί.»
Ο αιτητής εισηγείται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει έκδηλη παρανομία επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμα του σε προηγούμενη ακρόαση ως αυτό προνοείται στο Άρθρο 43(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, αλλά και στο Άρθρο 146 του Συντάγματος, ο καθ’ ου η αίτηση ερμήνευσε υπό νομική πλάνη το Άρθρο 113 του περί Δήμων Νόμου, Ν. 52(Ι)/2022, ενεργώντας υπό δέσμια αρμοδιότητα αντί διακριτική ευχέρεια παραβιάζοντας κατά αυτό τον τρόπο την αρχή της χρηστής διοίκησης, η προσβαλλόμενη απόφαση ή/και το Άρθρο 113 του Νόμου παραβιάζουν τα Άρθρα 12(4), 15, 25, 30, 31 και 35 του Συντάγματος, τα Άρθρα 6(2), 8 και 18 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ, το Άρθρο 25 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα όπως κυρώθηκε με τον Ν. 14/1969 και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως κυρώθηκε με τον Ν. 27/1988. Επί εκάστου σημείου, παρατίθεται εκτεταμένη ανάλυση στην ένορκη δήλωση.
Σε σχέση με τη διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και της ικανοποίησης του κριτηρίου της έκδηλης παρανομίας, παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών ν. Α.Η.Κ., Ε.Δ.Δ. 3/2020, 28.1.2022 το οποίο θεωρώ συνοψίζει το νομικό πλαίσιο:
«Σύμφωνα με παγιωμένη νομολογία, η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του Καν.13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, για την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι διακριτικού χαρακτήρα, εξαιρετικής φύσεως και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Για να χορηγηθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης διοικητικής απόφασης απαιτείται να καταδειχτεί έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης ή πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ν. Marfin Popular Bank (2007) 3 Α.Α.Δ. 32, 36).
Θα περιοριστούμε στο ζήτημα της έκδηλης παρανομίας, επί του οποίου κρίθηκε πρωτόδικα η υπόθεση. Αναφέρεται στην Λοϊζίδης ν. Υπ. Εξωτερικών (1995) 3 ΑΑΔ 233, 240, ότι: «Έκδηλη παρανομία είναι εκείνη που, αν δεν αναδύεται αυτόματα, ανακύπτει κατόπιν αναλογισμού ως προς τις επιπτώσεις στοιχείων ενυπαρχόντων στο διαθέσιμο υλικό εφόσον βέβαια ό,τι απορρέει παραμένει αντικειμενικά αναντίλεκτο και μη υποκείμενο σε στάθμιση για έκφραση κρίσης» (βλ. ακόμη Α.ΤΗ.Κ. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 248, 252-3). Για να ενεργήσει το Δικαστήριο, η παρανομία πρέπει να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη χωρίς να χρειάζεται να διερευνηθούν τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Frangos & Others v.Republic (1982) 3 Α.Α.Δ. 53, 57). Έκδηλη παρανομία, είναι η παρανομία που είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων, ως άμεσα αναγνωρίσιμη παράβαση νόμου ή των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, (Frangos & Others και Moyo & Another v. The Republic (1988) 3 C.L.R. 1203). Στην Τούμπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2013) 3 Α.Α.Δ. 387 αναφέρθηκε ότι η παρανομία για να θεωρηθεί έκδηλη, θα πρέπει να είναι αυταπόδεικτη, άμεσα αναγνωρίσιμη, δηλαδή, χειροπιαστή που να αναγνωρίζεται εκ πρώτης όψεως. Όπου χρειάζεται η διερεύνηση γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων η παραβίαση δεν είναι οφθαλμοφανής. Στην Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857, η Πλήρης Ολομέλεια, αναφέρθηκε ότι σε διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος, απόφαση επί θεμάτων που επιζητούν τελική κρίση του Δικαστηρίου, θα πρέπει να αποφεύγεται και μόνο με περίσκεψη θα πρέπει να διαπιστώνεται έκδηλη παρανομία. «Τα νομικά ζητήματα πρέπει να επιλύονται κατά την δίκη. Επίλυση τους στο στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα» (Economides ν. Republic (1982) 3 C.L.R. 837). Σημειώνεται ακόμα πως ένα προσωρινό διάταγμα δεν σκοπεί να ελέγξει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου (Frangos & Others).»
Η νομική βάση της απόφασης της οποίας η αναστολή επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση είναι, ως αναγράφεται στο κείμενο της απόφασης, το Άρθρο 113 του περί Δήμων Νόμου, Ν. 52(Ι)/2022. Ο τελευταίος – στο εξής αναφερόμενος ως ο «Νόμος» – που περιλαμβάνει την επίμαχη διάταξη τίθεται σε εφαρμογή σύμφωνα με το Άρθρο 153 αυτού με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Από έρευνα του Δικαστηρίου φαίνεται ότι στις 26.6.2024 το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφασή του υπ’ αριθμό 96.572 έθεσε σε ισχύ από 1.7.2024, μεταξύ άλλων, το Μέρος Έβδομο του Νόμου στο οποίο περιλαμβάνεται το Άρθρο 113.
Προνοεί, λοιπόν, το Άρθρο 113 που περιλαμβάνεται στο Μέρος Έβδομο του Νόμου υπό τον τίτλο «Έλεγχος και Εποπτεία» και τον πλαγιότιτλο «Αργία αιρετών µελών συµβουλίου»:
«113.-(1) ∆ήµαρχος, αντιδήµαρχος ή σύµβουλος εναντίον του οποίου διερευνάται από τις διωκτικές αρχές αδίκηµα που καθορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 18 ή αδίκηµα που καθορίζεται ως κακούργηµα σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή οποιουδήποτε άλλου Νόµου ο οποίος επιφέρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και άνω, τελεί αυτοδικαίως σε αργία από την ηµέρα δηµοσίευσης σχετικής γνωστοποίησης του Υπουργού:
Νοείται ότι, δήµαρχος, αντιδήµαρχος ή σύµβουλος που τελεί σε αργία δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου (1), λαµβάνει το ένα τρίτο της καθοριζόµενης αντιµισθίας για όλη τη διάρκεια της ισχύος της.
(2) Η αργία που καθορίζεται στο εδάφιο (1) τερµατίζεται µε τη λήξη της έρευνας ή την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης και την απαλλαγή, αθώωση ή καταδίκη του δηµάρχου, αντιδηµάρχου ή συµβούλου, εναντίον του οποίου διεξάγεται έρευνα ή έχει καταχωρισθεί ποινική υπόθεση και προς τούτο δηµοσιεύεται σχετική γνωστοποίηση από τον Υπουργό αναφορικά µε τον τερµατισµό της αργίας: Νοείται ότι, σε περίπτωση που δήµαρχος, αντιδήµαρχος ή σύµβουλος απαλλαγεί ή/και αθωωθεί από ποινικό δικαστήριο, ή τερµατιστεί η έρευνα εναντίον του, χωρίς να θεµελιώνεται κατηγορία, επιστρέφει στα καθήκοντά του για το υπόλοιπο της θητείας του και δικαιούται πλήρη ανάκτηση της αντιµισθίας που του είχε αφαιρεθεί.
(3) Σε περίπτωση καταδίκης δηµάρχου, αντιδηµάρχου ή συµβούλου για τα καθοριζόµενα στο εδάφιο (1) αδικήµατα, αυτός δεν δικαιούται ανάκτηση της αποκοπείσας αντιµισθίας, εκπίπτει αυτοδικαίως από τη θέση του και αυτή λογίζεται ως κενωθείσα για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου και προς τούτο ο Υπουργός εκδίδει σχετική γνωστοποίηση.»
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, κατά του αιτητή διερευνάται το ενδεχόμενο διάπραξης βιασμού. Ο βιασμός ορίζεται ρητώς στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[1] ως κακούργημα το οποίο επιφέρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης διά βίου. Σύμφωνα με τον Νόμο, όταν διερευνάται τέτοιας φύσης κακούργημα κατά δημάρχου το πρόσωπο αυτό τελεί αυτοδίκαια σε αργία από τη μέρα της δημοσίευσης της γνωστοποίησης του Υπουργού.
Παρόλο που ο αιτητής αναγνωρίζει στην παράγραφο 24 της ένορκης του δήλωσης ότι ο όρος «αυτοδικαίως» σημαίνει ipso jure δηλαδή πως συμβαίνει αμέσως μετά την εμφάνιση ενός άλλου γεγονότος με άλλα λόγια αυτόματα, εισηγείται ότι ο καθ’ ου η αίτηση ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τον Νόμο διότι θα έπρεπε πρώτα να αξιολογήσει τις περιστάσεις και τότε να λάβει απόφαση εάν θα θέσει ή όχι σε αργία τον αιτητή.
Το λεκτικό του Άρθρου 113 του Νόμου είναι σαφές. Εφόσον οι διωκτικές αρχές, δηλαδή η Αστυνομία, ερευνούν κακούργημα που σε περίπτωση καταδίκης επιφέρει ποινή φυλάκισης τριών ετών και άνω τότε αυτόματα από τη μέρα δημοσίευσης της γνωστοποίησης του καθ’ ου η αίτηση ο αιτητής τελεί σε αργία. Η γνωστοποίηση δημοσιεύτηκε στις 5.2.2026 άρα από εκείνη τη μέρα και μετέπειτα αυτόματα ο αιτητής τελεί σε αργία.
Το κατά πόσο ο καθ’ ου η αίτηση είχε την ευχέρεια ή μη να μην προχωρήσει σε δημοσίευση γνωστοποίησης είναι άλλο ζήτημα που δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης εφόσον η αναστολή της πράξης που επιδιώκεται είναι η εφαρμογή της γνωστοποίησης η οποία θέτει, όπως εξηγήθηκε, αυτόματα τον αιτητή σε αργία άμεσα με τη δημοσίευσή της. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την υπόθεση Frangos και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα προχωρήσει ή όχι σε δημοσίευση γνωστοποίησης, οι περιπτώσεις κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό της έκδηλης παρανομίας.
Ούτε αδιαμφησβήτητη παραγνώριση των βασικών αρχών του διοικητικού δικαίου κρίνω ότι υφίσταται εφόσον η διερεύνηση αφορά στο ενδεχόμενο διάπραξης κακουργήματος το οποίο βεβαίως δεν μπορεί να ελεγχθεί διοικητικά αλλά σε επίπεδο Αστυνομίας. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 113 επίσης δεν τυγχάνουν εξέτασης σε αυτό το στάδιο αλλά στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της προσφυγής εφόσον δεν προκύπτουν αναντίλεκτα αλλά κατόπιν στάθμισης για έκφραση κρίσης. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της έκδηλης παρανομίας.
Ως προς το κριτήριο της ανεπανόρθωτης βλάβης, ο αιτητής εισηγείται ότι αυτή προκύπτει επειδή του αποστερείται το δικαίωμα να ασκήσει το πολιτικό του πρόγραμμα εκπροσωπώντας τους δημότες Πάφου, επηρεάζεται καθοριστικά και μη αναστρέψιμα η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του τόσο σε πολιτικό όσο και προσωπικό επίπεδο και εξουδετερώνεται ως πολιτικός αντίπαλος άλλων προσώπων.
Η προϋπόθεση της πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημόσιο συμφέρον το οποίο ακόμα και όπου προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, αυτό υπερισχύει (βλ. Moyo and Another v. Republic (1988) 3 C.L.R. 976, Λοϊζίδης ν. Υπουργού Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ. 233). Στην υπό κρίση υπόθεση, το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει και απαιτεί όπως πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα επιδεικνύουν και τον αντίστοιχο σεβασμό προς τα πρόσωπα που τα εξέλεξαν τηρώντας τον νόμο. Η έρευνα που διεξάγει η Αστυνομία σε σχέση με τον αιτητή αφορά εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα και θα αντιστρατευόταν το δημόσιο συμφέρον εάν επιτρεπόταν στον αιτητή η εξακολούθηση της άσκησης των δημόσιων καθηκόντων του ενόσω εκκρεμεί η διερεύνηση.
Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται.