Σε μια σπάνια και ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση, η εκπρόσωπος της Υπηρεσίας, Πολίνα Ευθυβούλου, αποκάλυψε το παρασκήνιο μιας δίκης που σημαδεύτηκε από την απουσία μαρτύρων-κλειδιά και από ένα κλίμα φόβου που άγγιξε μέχρι και τη σωματική ακεραιότητα των εμπλεκομένων.
Η κ. Ευθυβούλου έδωσε απαντήσεις στο εύλογο ερώτημα των πολιτών για το πώς το περιβόητο βίντεο του Al Jazeera, που είδε όλος ο κόσμος, δεν χρησιμοποιήθηκε ως μαρτυρία. Εξήγησε ότι σε μια αυστηρή ποινική διαδικασία, το υλικό που θεωρείται προϊόν παράνομης ενέργειας δεν μπορεί να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός αυτό, η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να αντλήσει μαρτυρία από τα ίδια τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις συναντήσεις, όμως εκεί ήρθε αντιμέτωπη με ανυπέρβλητα εμπόδια.
Το θρίλερ με τους μάρτυρες κατηγορίας ξεπερνά κάθε φαντασία. Ο ένας εκ των δύο βασικών μαρτύρων, δημοσιογράφος που είχε ταξιδέψει στην Κύπρο το 2021 και έδωσε έντεκα καταθέσεις, εγκατέλειψε τελικά τη χώρα το 2024.
Σύμφωνα με την κ. Ευθυβούλου, ο μάρτυρας αυτός δέχθηκε απειλητικά μηνύματα και δήλωσε πως η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο, φτάνοντας στο σημείο να απενεργοποιήσει το τηλέφωνό του για να διακόψει κάθε επαφή με τις αρχές, επικαλούμενος ακραίο στρες και προβλήματα υγείας.
Η άλλη μάρτυρας, επίσης εκτός Κύπρου, δεν ήταν πρόθυμη να συνεργαστεί, οδηγώντας την τότε ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας στην αναστολή συγκεκριμένων κατηγοριών.
Σε μια συναισθηματικά φορτισμένη αποστροφή του λόγου της, η κ. Ευθυβούλου υπεραμύνθηκε του έργου των λειτουργών της Δικαιοσύνης, τονίζοντας ότι δεν μπορεί να γίνεται αποδόμηση του λειτουργήματός τους. Υπενθύμισε ότι η Νομική Υπηρεσία έχει βρεθεί στο στόχαστρο βομβιστικών επιθέσεων και απειλών, υπογραμμίζοντας με νόημα ότι «οι αποφάσεις δεν αγοράζονται μέσω επιρροής». Κατέστησε σαφές ότι αν το σύστημα δεν στηριχθεί από τα κόμματα και τους δημοσιογράφους, κινδυνεύει με κατάρρευση.
Η υπόθεση πλέον παίρνει τον δρόμο του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Νομική Υπηρεσία, αφού μελέτησε την απόφαση των 170 σελίδων, η οποία λήφθηκε κατά πλειοψηφία (2 προς 1), αποφάσισε την άσκηση έφεσης. Σύμφωνα με την κ. Ευθυβούλου, έχουν εντοπιστεί συγκεκριμένα δικαστικά σφάλματα που επιβάλλουν τη συνέχιση του δικαστικού αγώνα, με στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την ικανοποίηση του δημόσιου αισθήματος.