Η έκθεση καταγράφει μια ανησυχητική στασιμότητα, καθώς έξι χρόνια μετά, καίρια ζητήματα παραμένουν άλυτα, επηρεάζοντας τόσο την οικονομική ανάπτυξη όσο και την προστασία του περιβάλλοντος.
Γραφειοκρατικό «έμφραγμα» και ευρωπαϊκά καμπανάκια
Ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα ευρήματα αφορά τις τεράστιες καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης, καθώς από τις 29 αιτήσεις για πολεοδομική άδεια λατομείου που υποβλήθηκαν την περίοδο 2020-2023, μόλις οι 14 ολοκληρώθηκαν. Η γραφειοκρατία φαίνεται να «χτυπά κόκκινο», με δέκα από αυτές τις αιτήσεις να παρουσιάζουν καθυστέρηση που υπερβαίνει τα δύο έτη.
Την ίδια στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται εκτεθειμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού δεν έχει ακόμη θεσπίσει τους απαραίτητους κανόνες επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες.
Θυσία στο βωμό των συμφερόντων η φύση και η Ανδρολίκου
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περίπτωση της Λατομικής Ζώνης στην Ανδρολίκου, όπου η επέκταση των δραστηριοτήτων φαίνεται να έχει ήδη προκαλέσει περιβαλλοντική ζημιά, οδηγώντας στην εγκατάλειψη μιας αποικίας του προστατευόμενου είδους της αιγυπτιακής φρουτονυχτερίδας λόγω οχλήσεων.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία προειδοποιεί ότι η προτεινόμενη δημιουργία νέας ζώνης στην περιοχή ενδέχεται να μειώσει τον εμπλουτισμό του υπόγειου υδροφορέα, ενώ επισημαίνει ότι η Κύπρος έχει ήδη παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μη έκδοση των απαραίτητων Διαταγμάτων Προστασίας για τις περιοχές Natura 2000.
Τεχνητές ελλείψεις και χαμένα έσοδα χιλιάδων ευρώ
Παράλληλα, η έκθεση φέρνει στο φως μια παράδοξη κατάσταση στην αγορά, όπου συγκεκριμένη εταιρεία με τα μεγαλύτερα αδειοδοτημένα αποθέματα στην Ανδρολίκου παρουσιάζει πολύ χαμηλή παραγωγή, που αντιστοιχεί μόλις στο 6,5% των συνολικών πωλήσεων της περιοχής. Η πρακτική αυτή δημιουργεί πλασματικές ελλείψεις υλικών, την ώρα που το κράτος φαίνεται να επιδεικνύει υπερβολική επιείκεια παρά τις επανειλημμένες παραβιάσεις των όρων των προνομίων λατομείου.
Στον οικονομικό τομέα, εκκρεμεί στη Νομική Υπηρεσία υπόθεση για μη καταβληθέντα λατομικά δικαιώματα ύψους περίπου 270.000 ευρώ, που αφορούν έργο αποκατάστασης σκυβαλότοπων. Η Ελεγκτική Υπηρεσία υπογραμμίζει την ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων, τονίζοντας ότι η αειφόρος διαχείριση του ορυκτού πλούτου πρέπει να συμβαδίζει με την αυστηρή τήρηση της νομοθεσίας και τον σεβασμό στη βιοποικιλότητα του τόπου.