«Ανάσα» για τους πολίτες: Αυτά είναι τα μέτρα της Κυβέρνησης για στήριξη της οικονομίας
Οκτώ μέτρα για αντιμετώπιση της ακρίβειας, ανακοίνωσε ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης.

Υπενθυμίζεται ότι κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση είναι η πρώην Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών, Άννα Αριστοτέλους, η πρώην Υποδιευθύντρια, Αθηνά Δημητρίου, πέντε μέλη του σωφρονιστικού ιδρύματος και ένα πρώην μέλος, νυν αστυνομικός.
Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν εννέα κοινές κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπή κρατικής περιουσίας που αφορά 48.432 έγγραφα, κλοπή 370 αρχιτεκτονικών σχεδίων των Κεντρικών Φυλακών, καθώς και κλοπή 431 αντικειμένων που αφορούν ψηφιακούς δίσκους και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Επιπλέον, περιλαμβάνονται κατηγορίες που αφορούν κατάχρηση εξουσίας σε σχέση με τη μεταφορά εγγράφων, σχεδίων και ψηφιακών δεδομένων εκτός Φυλακών και συγκεκριμένα στην οικία του αρχιδεσμοφύλακα. Σημειώνεται ότι η Άννα Αριστοτέλους αντιμετωπίζει μία επιπλέον κατηγορία, καθώς, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ενώ κατείχε τη θέση της Διευθύντριας φέρεται να επέτρεψε τη διαρροή διαβαθμισμένων εγγράφων.
Κατά τη σημερινή δικάσιμο, ο δικηγόρος της Άννας Αριστοτέλους, Χρίστος Τριανταφυλλίδης, εγείροντας ζήτημα δίκαιης δίκης σε σχέση με τα έγγραφα, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή έκρινε ως «διαβαθμισμένα» ή «απόρρητα», υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή «αρνείται» να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της βάσει του άρθρου 7(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επικαλούμενη τις εξαιρέσεις του άρθρου 7(4), σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
Όπως ανέφερε, η συγκεκριμένη υπόθεση συνοψίζεται σε τρεις έννοιες: την «άρνηση» της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει τα έγγραφα, τη «διαφωνία» της υπεράσπισης ως προς την εφαρμογή των εξαιρέσεων και τη «διακριτική ευχέρεια» του δικαστηρίου να επιλύσει το ζήτημα. Κατά την υπεράσπιση, «κανένα από τα επίδικα έγγραφα δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 7(4) και το βάρος απόδειξης φέρει η Κατηγορούσα Αρχή».
Ο κ. Τριανταφυλλίδης σημείωσε πως «εμείς λέμε ότι δεν ισχύουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 7(4). Τα έγγραφα οφείλουν να αποκαλυφθούν». Συνέχισε λέγοντας ότι το δικαστήριο οφείλει να έχει ενώπιόν του τα ίδια τα έγγραφα προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, επισημαίνοντας ότι διαφορετικά η υπεράσπιση δεν μπορεί να αγορεύσει. «Θα αγορεύσει κολοβή η υπεράσπιση, χωρίς να έχει γνώση;» διερωτήθηκε. Έκανε επίσης αναφορά σε σχετική νομολογία, με τη θέση ότι η ανάγκη προστασίας απορρήτου δεν μπορεί να υπερισχύσει της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι συνήγοροι υπεράσπισης των άλλων κατηγορούμενων.
Ο δικηγόρος της Αθηνάς Δημητρίου (κατηγορούμενης 2), Σωτήρης Αργυρού, υιοθέτησε τα επιχειρήματα του κ. Τριανταφυλλίδη, προσθέτοντας ότι η μη αποκάλυψη υλικού εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής υπονομεύει την αρχή της ισότητας των όπλων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), και εγείρει ζήτημα καταχρηστικότητας. Ως εκ τούτου, αιτήθηκε την αναστολή της διαδικασίας ως καταχρηστικής, λόγω παραβίασης του άρθρου 7 της Ποινικής Δικονομίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, όπως υποστήριξε.
Η δικηγόρος του κατηγορούμενου 3, Χλόη Κωνσταντίνου, επεσήμανε ότι «δεν μπορεί η Κατηγορούσα Αρχή να αποτελεί τον μοναδικό κριτή του κατά πόσο τα έγγραφα είναι διαβαθμισμένα ή απόρρητα», υποστηρίζοντας ότι αυτά θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να αποφασίσει το ίδιο επί του ζητήματος. «Πώς μπορεί να γίνει διαβάθμιση αυτών των εγγράφων εάν δεν τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου;» σημείωσε.
Οι υπόλοιποι συνήγοροι υιοθέτησαν τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν από τον δικηγόρο της κατηγορούμενης 1, ενώ ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 5, Γιώργος Παπαϊωάννου, ανέφερε ότι η υπεράσπιση αναμένει την εξέλιξη της διαδικασίας χωρίς να προωθήσει συγκεκριμένο αίτημα στο παρόν στάδιο.
Την ίδια ώρα, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, Άννα Ματθαίου, συμφώνησε ότι το δικαστήριο είναι το πλέον αρμόδιο να κρίνει τα ζητήματα που εγείρονται, ωστόσο εξέφρασε τον προβληματισμό της ως προς τη θέση της υπεράσπισης, σημειώνοντας ότι έχει δοθεί πρόσβαση στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού από την Κατηγορούσα Αρχή και ότι η υπεράσπιση θα μπορούσε, έπειτα από επιθεώρηση, να προσδιορίσει συγκεκριμένα, ποια έγγραφα θεωρεί ότι δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 7(4) της Ποινικής Δικονομίας, αντί να προβάλλει γενικό ισχυρισμό. «Με προβληματίζει το κατά πόσον είναι πρόωρο το αίτημα των συναδέλφων. Εάν επιθεωρούνταν τα έγγραφα εκ των προτέρων θα μπορούσε να δοθεί στο Δικαστήριο η επεξήγηση και χωρίς να απαιτείται η προβολή και η γνώση του περιεχομένου», συμπλήρωσε.
Απαντώντας σε ερώτημα του δικαστηρίου, η κ. Ματθαίου διευκρίνισε ότι δεν αποκαλύφθηκαν 2.900 διαβαθμισμένα έγγραφα, για τα οποία όμως παραχωρήθηκαν αντίγραφα, όπου φαίνεται το θέμα του κάθε εγγράφου, η διαβάθμιση και η ημερομηνία, ενώ απαλείφεται το περιεχόμενο.
Συμπλήρωσε ότι πρόκειται για συνομιλίες μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, καθώς και για 92 χάρτες των Κεντρικών Φυλακών. Όπως ανέφερε, «η μη αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων δικαιολογείται κατά την άποψή μας. Είναι απολύτως απαραίτητη για λόγους δημοσίου συμφέροντος, προστασίας προσωπικών δεδομένων τρίτων προσώπων και ενδεχομένως να βλάψουν σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας». Παράλληλα, απέρριψε τον ισχυρισμό περί κατάχρησης της διαδικασίας που προέβαλε ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορούμενης 2, σημειώνοντας ότι ζητήματα πρόσβασης σε μαρτυρικό υλικό ρυθμίζονται από το άρθρο 7 της Ποινικής Δικονομίας και δεν συνιστούν, από μόνα τους, παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Το Κακουργιοδικείο, με ομόφωνη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα δίκαιης δίκης που έθεσε η υπεράσπιση, έκρινε ότι η ορθή προσέγγιση είναι όπως τα επίδικα έγγραφα τεθούν ενώπιόν του, επισημαίνοντας ότι το βάρος απόδειξης για την εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 7 της Ποινικής Δικονομίας φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Ως εκ τούτου, έδωσε οδηγίες όπως τα εν λόγω έγγραφα κατατεθούν στο δικαστήριο, ενώ θα δοθεί η δυνατότητα στους συνηγόρους υπεράσπισης να τα επιθεωρήσουν και να αγορεύσουν επί του ζητήματος.
Παράλληλα, απέρριψε το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας λόγω φερόμενης παραβίασης του άρθρου 7 της Ποινικής Δικονομίας, κρίνοντας ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν του στοιχεία «που να καταδεικνύουν κατάχρηση της διαδικασίας ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τέτοιο μέτρο». Όπως αναφέρθηκε, η αναστολή ποινικής διαδικασίας επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει καταπίεση ή πλήρης αδικία εις βάρος του κατηγορουμένου, στοιχείο που δεν διαπιστώθηκε στην παρούσα περίπτωση.
Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για αγορεύσεις στις 24 Απριλίου, στις 10:00.
Πηγή: ΚΥΠΕ
Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις




