Η υπόθεση αφορούσε τέσσερα πρόσωπα, εκ των οποίων οι τρεις προχώρησαν σε εφέσεις κατά της καταδίκης και της ποινής τους. Οι κατηγορίες περιλάμβαναν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, συγκεκριμένα κοκαΐνης, συνολικού βάρους πέραν των 510,56 γραμμαρίων. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου 2020.
Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού είχε καταλήξει στην ενοχή των κατηγορουμένων στηριζόμενο σε εκτενή μαρτυρία, περιλαμβανομένων καταθέσεων αστυνομικών και τεκμηρίων από τη σκηνή, όπως ποσότητα κοκαΐνης υψηλής καθαρότητας, ζυγαριά ακριβείας και υλικά συσκευασίας. Οι ποινές που επιβλήθηκαν κυμαίνονταν από 8 έως 10 χρόνια φυλάκισης για τις σοβαρότερες κατηγορίες.
Οι εφεσείοντες προέβαλαν σειρά λόγων έφεσης, αμφισβητώντας τόσο την αξιολόγηση της μαρτυρίας όσο και τα νομικά συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Κεντρικός ισχυρισμός τους ήταν ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς η «κοινή κατοχή» των ναρκωτικών, ούτε η ύπαρξη συνωμοσίας. Υποστήριξαν επίσης ότι η περιστατική μαρτυρία δεν οδηγούσε αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, ενώ έθεσαν ζητήματα αναφορικά με την αξιοπιστία μαρτύρων και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Το Εφετείο, ωστόσο, απέρριψε τις θέσεις αυτές, κρίνοντας ότι το Κακουργιοδικείο είχε προβεί σε ενδελεχή και ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, τα γεγονότα της υπόθεσης, η χρονική αλληλουχία των ενεργειών των κατηγορουμένων και η συμπεριφορά τους στη σκηνή, καταδείκνυαν σαφώς συντονισμένη δράση και κοινό σκοπό. Συγκεκριμένα το Εφετείο σημείωσε: «Δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όντως, η όλη δράση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως έγινε αποδεκτή, οδηγεί, ως λογική απόρροια, στην υπό κρίση πρωτόδικη κατάληξη, την οποία επαρκώς το Κακουργιοδικείο εξήγησε».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην έννοια της «κοινής κατοχής», με το Δικαστήριο να επαναλαμβάνει ότι αυτή στοιχειοθετείται όταν περισσότερα πρόσωπα ασκούν έλεγχο επί των ναρκωτικών και έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης και διάθεσής τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι η ποσότητα κοκαΐνης αποτελούσε «κοινή παρακαταθήκη» των κατηγορουμένων, από την οποία ο καθένας μπορούσε να αντλήσει κατά βούληση, θέση με την οποία συμφώνησε το Εφετείο.
Αναφορικά με τη συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, το Εφετείο επιβεβαίωσε την κρίση του Κακουργιοδικείου, ότι η κατηγορία αυτή αποδεικνύεται όχι μόνο με άμεση μαρτυρία αλλά και μέσω της κοινής δράσης και του συντονισμού των εμπλεκομένων. Οι ενέργειες των κατηγορουμένων, όπως η συνάντησή τους σε απομονωμένο σημείο, η διαχείριση της ποσότητας ναρκωτικών και η απόπειρα διαφυγής κατά την επέμβαση της Αστυνομίας, κρίθηκαν ως επαρκείς ενδείξεις ύπαρξης συμφωνίας για διάπραξη των αδικημάτων. Ειδικότερα ανέφερε «οι περιστάσεις της υπόθεσης, ως αναδύονται από τα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου επί των γεγονότων και ιδιαίτερα ο συντονισμός, οι ενέργειες και η όλη δράση των κατηγορουμένων είναι που οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα συγκεκριμένα αδικήματα και ότι ο καθένας εξ αυτών είχε την πρόθεση να διαπράξει αυτά. Όντως, η όλη δράση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως έγινε αποδεκτή, οδηγεί, ως λογική απόρροια, στην υπό κρίση πρωτόδικη κατάληξη, την οποία επαρκώς το Κακουργιοδικείο εξήγησε».
Σε ό,τι αφορά τις ποινές, το Εφετείο έκρινε ότι αυτές βρίσκονται εντός των επιτρεπτών ορίων και αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Όπως σημείωσε, «δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στη διεργασία του Κακουργιοδικείου αναφορικά με την ποινή, ούτε στο ύψος αυτής στο οποίο κατέληξε. Θεωρούμε ότι με σφαιρικό και δίκαιο τρόπο εξέτασε και έλαβε υπ' όψιν καθετί σχετικό ως προς το θέμα της ποινής, καταλήγοντας στην ποινή που αυτό έκρινε ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης». Παράλληλα, απέρριψε τον ισχυρισμό περί άνισης μεταχείρισης μεταξύ των κατηγορουμένων, επισημαίνοντας ότι τυχόν διαφοροποιήσεις δικαιολογούνται από προσωπικές περιστάσεις, όπως προβλήματα υγείας ή άλλους μετριαστικούς παράγοντες.
Εξετάστηκε επίσης το ζήτημα του κατ’ οίκον περιορισμού ενός εκ των κατηγορούμενων, με το Εφετείο να διευκρινίζει ότι, ελλείψει σχετικής νομοθετικής πρόνοιας, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με προφυλάκιση, αν και δύναται να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. «Δεν θα μπορούσε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να εξομοιωθεί με προφυλάκιση του κατηγορουμένου 1 εκκρεμούσης της δίκης του. Επομένως, ορθή κρίνεται και η απόφαση του Κακουργιοδικείου όπως μη ληφθεί υπ' όψιν ως τέτοια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το μόνο σημείο της απόφασης του Κακουργιοδικείου, στο οποίο το Εφετείο εντόπισε περιθώριο παρέμβασης αφορούσε τον υπολογισμό περιόδου προφυλάκισης για τον κατηγορούμενο 2, σημειώνοντας ότι «ενδεχομένως από παράβλεψη, το Κακουργιοδικείο, με αναφορά στον κατηγορούμενο 2, δεν μείωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης και για το χρονικό διάστημα μεταξύ 27.4.2020 μέχρι 17.6.2020 που τελούσε σε προφυλάκιση. Φρονούμε ότι αυτό το διάστημα θα πρέπει να αποδοθεί στον κατηγορούμενο 2».
Καταλήγοντας, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, «με μόνη διαφοροποίηση αυτής ως προς το ότι από τον χρόνο φυλάκισης του κατηγορουμένου 2 να αφαιρεθεί χρονικό διάστημα ανάλογο της περιόδου 27.4.2020-17.6.2020 για το οποίο αυτός τελούσε υπό προφυλάκιση», όπως καταγράφεται στην απόφαση.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ