Πρόκειται για τάση που εμφανίζεται σε διαφορετικές μετρήσεις, με διαφορετικές μεθοδολογίες και σε διαφορετικά χρονικά σημεία, αλλά με κοινό παρονομαστή: τη σταθερή άνοδο της θετικής αξιολόγησης του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Στη σειρά των μετρήσεων RAI/Alpha, η θετική αξιολόγηση του Προέδρου καταγράφει καθαρή ανοδική πορεία. Από το 26% τον Σεπτέμβριο του 2023 και τον Νοέμβριο του 2024, ανεβαίνει στο 33% τον Ιανουάριο του 2026, στο 36% τον Απρίλιο και φτάνει στο 41% τον Μάιο του 2026. Πρόκειται για αύξηση 15 ποσοστιαίων μονάδων και για το υψηλότερο μέχρι σήμερα ποσοστό θετικής αξιολόγησης του Προέδρου στη συγκεκριμένη σειρά μετρήσεων.
Την ίδια στιγμή, η δημοσκόπηση IMR/Καθημερινή, κινείται στην ίδια κατεύθυνση, επιβεβαιώνοντας μια ευρύτερη βελτίωση της εικόνας του Προέδρου. Η θετική αξιολόγηση αυξάνεται από 40% τον Σεπτέμβριο του 2025, σε 41% τον Δεκέμβριο του 2025 και σε 43% τον Μάιο του 2026. Το γεγονός ότι διαφορετικές μετρήσεις καταγράφουν την ίδια φορά κίνησης έχει πολιτική σημασία. Δείχνει ότι η βελτίωση δεν περιορίζεται σε ένα στιγμιότυπο, αλλά αντανακλά μια πιο σταθερή αλλαγή στην πρόσληψη της προεδρικής παρουσίας από την κοινωνία.
Η αύξηση και η αναγνώριση σταθερότητας
Η άνοδος αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν διαβαστεί μέσα στο ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον. Η Κυβέρνηση λειτουργεί σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας, οικονομικών πιέσεων, περιφερειακών κρίσεων και υψηλών απαιτήσεων για την ευρωπαϊκή παρουσία της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της εικόνας του Προέδρου φαίνεται να συνδέεται με την αναγνώριση σταθερότητας, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας σε κρίσιμα πεδία: στην οικονομία, στην εξωτερική πολιτική, στη διαχείριση κρίσεων, στην ασφάλεια και στην ευρωπαϊκή ατζέντα.
Παράμετρος που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα πιο πάνω είναι και η αντιπαραβολή μιας Κυβέρνησης και ενός Προέδρου της Δημοκρατίας που βρίσκονται σε πλήρη επιχειρησιακή δράση, ανακοινώνοντας και παραδίδοντας απτά αποτελέσματα, με το πολιτικό σκηνικό όπως διαμορφώνεται. Το συμπέρασμα ότι η κοινωνία αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Νίκου Χριστοδουλίδη σταθερότητα σε ένα ρευστό πολιτικό περιβάλλον είναι ασφαλές.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η βελτίωση δεν εμφανίζεται ως επικοινωνιακό ξέσπασμα. Είναι σταδιακή. Χτίζεται μέσα στον χρόνο. Από τη στασιμότητα του 26%, η εικόνα του Προέδρου περνά σε μια φάση σταθερής ανάκαμψης και φτάνει σε επίπεδα που δημιουργούν διαφορετικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Η κοινωνία δείχνει να επαναξιολογεί την προεδρική παρουσία όχι με όρους εντυπώσεων, αλλά μέσα από τη συσσωρευμένη εικόνα διακυβέρνησης.
Το μήνυμα και οι αποδέκτες
Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές: η Προεδρική εικόνα ενισχύεται. Και ενισχύεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες μετρούν περισσότερο την αξιοπιστία, τη συνέπεια, τη δυνατότητα διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων και την ικανότητα ενός Προέδρου να κρατά τη χώρα σε σταθερή πορεία. Από αυτή την άποψη, οι αριθμοί δεν καταγράφουν απλώς δημοφιλία. Καταγράφουν πολιτική αναγνώριση.
Υπάρχει όμως ακόμα μια πολιτική ανάγνωση, με στοιχεία που οφείλουν να απασχολήσουν την επόμενη μέρα για την εξαγωγή συμπερασμάτων και όχι μόνο.
Άνοδος Χριστοδουλίδη και ανάκαμψη ΔΗΣΥ
Η άνοδος της δημοτικότητας του Προέδρου Χριστοδουλίδη καταγράφεται την ίδια περίοδο που ο ΔΗΣΥ εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης σε ποσοστά και συσπείρωση. Αυτή η παράλληλη κίνηση δεν πρέπει να διαβαστεί επιφανειακά. Ούτε ως σύμπτωση, ούτε ως απλή δημοσκοπική μεταβολή. Αντιθέτως, φαίνεται να αποτυπώνει μια βαθύτερη πολιτική αλήθεια: ο ΔΗΣΥ ανακάμπτει όταν θυμίζει περισσότερο τον εαυτό του.
Όταν δηλαδή επανέρχεται ως παράταξη ευθύνης, ευρωπαϊκού προσανατολισμού, οικονομικής σοβαρότητας, αμυντικής εγρήγορσης και θεσμικής σταθερότητας. Όταν η πολιτική του στάση δεν εξαντλείται στην αντιπολίτευση για χάριν της αντιπολίτευσης, αλλά αναγνωρίζει εκεί όπου υπάρχουν επιλογές που κινούνται στον ίδιο αξιακό και ιδεολογικό άξονα με τις ιστορικές του καταβολές.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ανάκαμψη του ΔΗΣΥ συναντάται, αντικειμενικά και εκ των πραγμάτων, με τη σημερινή πορεία της Κυβέρνησης Χριστοδουλίδη. Στην οικονομία, όπου η έμφαση στη δημοσιονομική αξιοπιστία, στην ανάπτυξη και στη σταθερότητα δεν είναι ξένη προς τη φυσιογνωμία της κεντροδεξιάς. Στην εξωτερική πολιτική, όπου η Κύπρος επιδιώκει ρόλο αξιόπιστου ευρωπαϊκού και περιφερειακού παράγοντα. Στην άμυνα, όπου η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας είναι θέση ευθύνης και εθνικής σοβαρότητας. Στην ευρωπαϊκή ατζέντα, όπου ο δυτικός και ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας δεν μπορεί να είναι πεδίο μικροκομματικής αμφισημίας.
Είναι η αλήθεια ότι αποδεικνύεται δύσκολο εγχείρημα να εντοπίσει κάποιος ιδεολογικές διαφορές μεταξύ ΔΗΣΥ και πολιτικών που εφαρμόζει η Κυβέρνηση. Άλλωστε ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης επαναλαμβάνει ως ιδεολογικοπολιτικό του πλαίσιο τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό, βασικό θεμέλιο του ΔΗΣΥ.
Η πρόσφατη ρητορική του ΔΗΣΥ βοηθά σε αυτή την ανάγνωση. Στις δημόσιες παρεμβάσεις και ανακοινώσεις του τελευταίου διαστήματος, η Πινδάρου επαναφέρει με ένταση έννοιες όπως πολιτική σταθερότητα, συνέχιση μεταρρυθμίσεων, δυτικός και ευρωπαϊκός προσανατολισμός, αμυντική θωράκιση, οικονομική σοβαρότητα και στήριξη μέτρων όταν αυτά κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Αυτές οι αναφορές δεν είναι απλές φράσεις. Περιγράφουν την πολιτική ταυτότητα ενός χώρου. Ταυτότητα που για αρκετούς εκ των παραδοσιακών υποστηρικτών του ΔΗΣΥ είχε θολώσει τα τελευταία χρόνια, στον βωμό άλλων επιδιώξεων.
Χαρακτηριστική ήταν και η τοποθέτηση της Αννίτας Δημητρίου στον ΣΚΑΪ Ελλάδος, όπου αναγνώρισε ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε μέτρα προς τη σωστή κατεύθυνση για τις οικονομικές επιπτώσεις των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Το ουσιαστικο πολιτικό συμπέρασμα
Εδώ βρίσκεται και το πιο ουσιαστικό πολιτικό συμπέρασμα. Όσο ο ΔΗΣΥ απομακρύνεται από μια στάση μηχανικής αντιπολίτευσης και επανέρχεται στις ιδεολογικές του σταθερές, τόσο φαίνεται να ανακτά επαφή με ένα ευρύτερο κοινό. Η κοινωνία δείχνει να επιβραβεύει τη σοβαρότητα, τη συνεννόηση στα μεγάλα ζητήματα και την πολιτική συνέπεια. Εκείνη η σημαντική μερίδα ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ που στηρίζει την Κυβέρνηση, αλλά και όσοι μπορεί να μην τη στηρίζουν συνολικά, αναγνωρίζουν όμως την ιδεολογική ταύτιση σε κρίσιμες πολιτικές, φαίνεται να αναθεωρούν την προσέγγισή τους. Και αυτό αποτυπώνεται στη βελτίωση της εικόνας του ΔΗΣΥ.
Το βασικό μήνυμα δεν είναι ότι ο ΔΗΣΥ ταυτίζεται με την Κυβέρνηση. Είναι ότι, σε κρίσιμα πεδία, δυσκολεύεται ή θα έπρεπε να δυσκολεύεται να αντιπολιτεύεται επιλογές που βρίσκονται κοντά στον δικό του ιστορικό και ιδεολογικό πυρήνα. Μια μεγάλη ευρωπαϊκή κεντροδεξιά παράταξη δεν μπορεί να εμφανίζεται απέναντι στη σταθερότητα, την οικονομική υπευθυνότητα, την ευρωπαϊκή πορεία, την αμυντική ενίσχυση και τη θεσμική σοβαρότητα. Κυρίως δεν μπορεί να βρίσκεται απέναντι στην ίδια της την ιδεολογία χωρίς να δημιουργεί σύγχυση στο ίδιο της το ακροατήριο.
Αν κάποιος μελετήσει με ακρίβεια τις μετρήσεις, θα εντοπίσει την μοιραία διασύνδεση των ποσοστών του ΔΗΣΥ με την ένταση που επιχειρεί να πείσει περί αντιπολίτευσης ή, αντίστοιχα, με την ιδεολογική ειλικρίνεια.
Γι’ αυτό και η ανάκαμψη του ΔΗΣΥ έχει ενδιαφέρον. Φαίνεται να προκύπτει από την επιστροφή σε μια πιο αναγνωρίσιμη πολιτική φυσιογνωμία. Σε μια στάση που λέει ότι μπορεί να υπάρχει κριτική, αλλά δεν μπορεί να υπάρχει άρνηση απέναντι σε όσα ο ίδιος ο χώρος ιστορικά υπερασπίστηκε.
Το ίδιο πολιτικό μοτίβο, με διαφορετικά χαρακτηριστικά αλλά με παρόμοια κατεύθυνση, καταγράφεται και στην περίπτωση του ΔΗΚΟ. Την ίδια τακτική, προώθησης και συστράτευσης με την Κυβέρνηση ακολουθεί και το ΔΗΚΟ-μετά από μια περιοδο ομολογουμένως ψυχρών σχέσεων-με τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ Νικόλα Παπαδοπουλο, αλλά και τα στελέχη πρωτης γραμμης να προβάλουν συστηματικά και να υπερασπίζονται το Κυβερνητικό έργο. Μετά από μια περίοδο ομολογουμένως ψυχρών σχέσεων με την Κυβέρνηση, το ΔΗΚΟ φαίνεται το τελευταίο διάστημα να επανέρχεται σε μια πιο καθαρή γραμμή πολιτικής συνεννόησης και συστράτευσης σε κρίσιμα ζητήματα. Ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος, αλλά και στελέχη πρώτης γραμμής του κόμματος, προβάλλουν συστηματικά και υπερασπίζονται πτυχές του κυβερνητικού έργου, ιδιαίτερα σε πεδία όπου υπάρχουν συγκλίσεις πολιτικής ευθύνης, κοινωνικής στόχευσης, θεσμικής σοβαρότητας και εθνικής προσέγγισης.
Η επιλογή αυτή δεν είναι πολιτικά αδιάφορη. Δείχνει ότι όταν ένα κόμμα που συμμετέχει στον χώρο της κυβερνητικής στήριξης προβάλλει με καθαρότητα τις πολιτικές που θεωρεί σωστές, όταν υπερασπίζεται αποφάσεις που συνδέονται με την πρόοδο της χώρας και όταν αποφεύγει την αμφισημία, τότε αποκαθιστά τη δική του σχέση αξιοπιστίας με το εκλογικό του ακροατήριο.
Προσέγγιση που προφανώς αποδίδει αφού τα ποσοστά του ΔΗΚΟ ανακάμπτουν το τελευταίο διάστημα. Η ανάκαμψη των ποσοστών του ΔΗΚΟ το τελευταίο διάστημα μπορεί να διαβαστεί και μέσα από αυτή την οπτική. Δεν φαίνεται να επιβραβεύεται η απόσταση για την απόσταση, ούτε η αμηχανία απέναντι σε κυβερνητικές επιλογές που το ίδιο το κόμμα στήριξε ή συνδιαμόρφωσε. Φαίνεται να επιβραβεύεται η πολιτική καθαρότητα, η συμμετοχή με ευθύνη και η ανάδειξη αποτελεσμάτων.
Η σημερινή παρουσία του Προέδρου Χριστοδουλίδη στο 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας προσθέτει σε αυτή την εικόνα έναν ισχυρό συμβολισμό. Η Νέα Δημοκρατία είναι αδελφό κόμμα του ΔΗΣΥ και μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, του ίδιου ευρωπαϊκού πολιτικού χώρου στον οποίο ανήκει και ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης.
Έτσι, τόσο στην περίπτωση του ΔΗΣΥ όσο και στην περίπτωση του ΔΗΚΟ, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν κάτι ευρύτερο από μια απλή μεταβολή ποσοστών. Δείχνουν ότι τα κόμματα που κινούνται με σοβαρότητα, που αναγνωρίζουν το κυβερνητικό έργο εκεί όπου υπάρχει ουσία, που αποφεύγουν τη μηχανική αντιπολίτευση ή την πολιτική αμηχανία και που επανασυνδέονται με την πραγματική τους φυσιογνωμία, μπορούν να κερδίζουν ξανά έδαφος. Στον ΔΗΣΥ αυτό μεταφράζεται ως επιστροφή στις ιδεολογικές του σταθερές. Στο ΔΗΚΟ ως καθαρότερη ανάληψη του ρόλου του ως δύναμης κυβερνητικής ευθύνης. Και στις δύο περιπτώσεις, το συμπέρασμα είναι κοινό: η κοινωνία φαίνεται να επιβραβεύει τη σοβαρότητα, τη συνέπεια και τη συμβολή στη σταθερότητα της χώρας.
Οι αριθμοί, τελικά, δεν λένε μόνο ποιος ανεβαίνει. Λένε και γιατί.


