Η υπόθεση αφορούσε διαφήμιση γνωστών εμπορικών σημάτων, η οποία μεταδόθηκε τον Μάιο του 2017. Σύμφωνα με την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, το ηχητικό εφέ κρίθηκε πιθανό να παραπλανήσει οδηγούς που άκουγαν ραδιόφωνο κατά την οδήγηση, προκαλώντας αναστάτωση και ενδεχομένως επηρεάζοντας την οδική ασφάλεια.
Η διερεύνηση ξεκίνησε αυτεπάγγελτα από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης στις τον Ιούνιο του 2017. Αρμόδιος λειτουργός εξέτασε τη διαφήμιση και κατέληξε σε πιθανές παραβάσεις των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών και του Κώδικα Διαφημίσεων. Ακολούθησε ενημέρωση της εταιρείας που διαχειρίζεται τον συγκεκριμένο ραδιοφωνικό σταθμό, η οποία κλήθηκε να καταθέσει γραπτώς τις θέσεις της.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι το κορνάρισμα ακουγόταν στιγμιαία, σε χαμηλή ένταση και στο υπόβαθρο της διαφήμισης, σημειώνοντας ότι δεν μπορούσε να παραπλανήσει ή να θέσει σε κίνδυνο τους ακροατές. Παρά τις εξηγήσεις, η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης έκρινε ότι υπήρξαν παραβάσεις του Κανονισμού 36(3) των Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 και των εκεί παραγράφων Δ1(γ) και Δ10(δ) του Κώδικα Διαφημίσεων, Τηλεμπορικών Μηνυμάτων και Προγραμμάτων Χορηγίας, Παράρτημα ΙΧ και επέβαλε δύο διοικητικά πρόστιμα ύψους €250 το καθένα.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 36(3), «Λαμβάνεται πρόνοια ώστε οι εκπομπές να μην παραπλανούν ή πανικοβάλλουν τους τηλεθεατές ή ακροατές, ιδιαίτερα με την απομίμηση του δελτίου ειδήσεων», ενώ σύμφωνα με τις παραγράφους Δ1(γ) και Δ10(δ), «Απαγορεύεται οποιαδήποτε απομίμηση η οποία είναι πιθανόν να παραπλανήσει τους ακροατές ή θεατές, έστω και αν δεν είναι τέτοια, ώστε να αποτελέσει βάση για δικαστική υπόθεση» και «Δεν επιτρέπονται διαφημίσεις, το περιεχόμενο των οποίων επηρεάζει την ασφάλεια των παιδιών».
Στη συνέχεια η εταιρεία προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο προσβάλλοντας την απόφαση της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο το 2021 απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι η Αρχή ενήργησε νόμιμα και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Ακολούθησε έφεση ενώπιον του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, με την οποία οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την πρωτόδικη απόφαση με τέσσερις λόγους.
Στην ομόφωνη απόφασή του, το Ανώτατο απέρριψε και τους τέσσερις λόγους έφεσης που προέβαλε η εταιρεία. Οι εφεσείοντες με τον πρώτο λόγο έφεσης υποστήριξαν ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασής τους από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, με το Δικαστήριο να κρίνει ότι «η ακολουθηθείσα διαδικασία παρείχε λοιπόν επαρκείς εγγυήσεις προηγούμενης ακρόασης και δεν εντοπίζεται πλημμέλεια ικανή να επιδράσει στη νομιμότητα της διοικητικής κρίσης».
Παράλληλα, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι σχετικοί κανονισμοί αφορούν μόνο «εκπομπές» και όχι «διαφημίσεις». Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η διαφήμιση δεν παρουσιάζεται να συνιστά εξωγενές ή αποσυνδεδεμένο στοιχείο της ραδιοφωνικής μετάδοσης, αλλά οργανικό μέρος του συνολικά εκπεμπόμενου προγράμματος».
Σε ό,τι αφορά το ηχητικό εφέ, το Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση ότι η αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων του ήχου στην οδική ασφάλεια εμπίπτει στην ουσιαστική κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, το ζήτημα «ανάγεται, κατ’ εξοχήν, στην εκτίμηση πραγματικών δεδομένων και στην εξειδικευμένη κρίση της διοικητικής αρχής».
Τέλος, το Ανώτατο κατέληξε ότι δεν υπήρξε πλάνη ή υπέρβαση εξουσίας από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης ή το Διοικητικό Δικαστήριο και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της. Παράλληλα, επιδίκασε δικαστικά έξοδα ύψους €4.200 πλέον ΦΠΑ υπέρ της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου.