Σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE, τα άτομα με χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης C στο αίμα παρουσίαζαν μικρότερο όγκο εγκεφαλικού ιστού και διαφορές σε βασικά εγκεφαλικά δίκτυα που σχετίζονται με τη μνήμη, τη σκέψη και την αυτοαντίληψη.
Πώς έγινε η μελέτη;
Η έρευνα βασίστηκε σε στοιχεία του προγράμματος προαγωγής υγείας Iki-Iki στην πόλη Χιροσάκι της Ιαπωνίας, που επικεντρώθηκε στους κινδύνους για άνοια και καρδιακές παθήσεις. Από τους 2.390 κατοίκους που συμμετείχαν, περισσότεροι από 2.000 πληρούσαν τα κριτήρια για την τελική ανάλυση. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν τα 69 έτη, ενώ το 61% ήταν γυναίκες.
Οι επιστήμονες μέτρησαν απευθείας τα επίπεδα βιταμίνης C στο αίμα των συμμετεχόντων, αποφεύγοντας τις ανακρίβειες που συχνά συνοδεύουν τα διατροφικά ερωτηματολόγια. Παράλληλα, όλοι υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου υψηλής ανάλυσης, υπολογίζοντας τον όγκο της φαιάς ουσίας και της λευκής ουσίας. Αφού έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο διαβήτης, η αρτηριακή πίεση, η χοληστερόλη, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ και η φυσική δραστηριότητα, διαπίστωσαν ότι η σχέση μεταξύ βιταμίνης C και εγκεφαλικής υγείας παρέμενε σταθερή.
Η σύνδεση με το «δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας»
Πέρα από τη μέτρηση του όγκου του εγκεφαλικού ιστού, οι ερευνητές εξέτασαν το δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας, ένα σύνολο εγκεφαλικών περιοχών που ενεργοποιούνται όταν το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, ανακαλεί αναμνήσεις ή σχεδιάζει το μέλλον. Οι αλλαγές στο συγκεκριμένο δίκτυο έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με νευροεκφυλιστικές και ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, η ήπια γνωστική έκπτωση, η κατάθλιψη και η σχιζοφρένεια.
Χρησιμοποιώντας μια μέθοδο που ομαδοποιεί περιοχές του εγκεφάλου με βάση κοινά δομικά πρότυπα, η ομάδα εντόπισε τρεις διακριτές ομάδες εντός του δικτύου προεπιλεγμένης λειτουργίας. Διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα βιταμίνης C σχετίζονταν σημαντικά και με τις τρεις. Μάλιστα, σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, υψηλότερες συγκεντρώσεις βιταμίνης C συνδέονταν με καλύτερη διατήρηση του εγκεφαλικού ιστού.
Γιατί η βιταμίνη C είναι σημαντική για τον εγκέφαλο
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ο εγκέφαλος συγκεντρώνει ενεργά βιταμίνη C, διατηρώντας επίπεδα που είναι σημαντικά υψηλότερα από εκείνα του αίματος. Με αυτό τον τρόπο, δρα ως ένα αντιοξειδωτικό, βοηθώντας στη ρύθμιση ορισμένων χημικών αντιδράσεων και ενδεχομένως επηρεάζοντας τον τρόπο επικοινωνίας των εγκεφαλικών κυττάρων.
Αν και οι ερευνητές δεν εντόπισαν κάποια άμεση συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων βιταμίνης C και των επιδόσεων σε τεστ μνήμης, παρατήρησαν ότι τα πιο υγιή εγκεφαλικά δίκτυα που συνδέονταν με υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης C σχετίζονταν επίσης με καλύτερη γνωστική λειτουργία.
Τι μπορούμε να κρατήσουμε
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Με απλά λόγια, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η χαμηλή βιταμίνη C προκαλεί τις αλλαγές στον εγκέφαλο ή ότι η λήψη περισσότερης βιταμίνης C μπορεί να τις αναστρέψει. Ωστόσο, τα ευρήματα ενισχύουν τη θεωρία ότι μια διατροφή πλούσια σε φρούτα και λαχανικά μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της εγκεφαλικής υγείας σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Δεδομένου ότι ο ανθρώπινος οργανισμός δεν μπορεί να συνθέσει μόνος του βιταμίνη C, η πρόσληψή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη διατροφή. Καλές πηγές αποτελούν τα εσπεριδοειδή, οι φράουλες, τα μούρα, οι ντομάτες, οι πιπεριές, οι πατάτες και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά. Αν και η βιταμίνη C δεν φαίνεται να αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που καθορίζει την υγεία του εγκεφάλου, η νέα μελέτη υποδεικνύει ότι μπορεί να είναι ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι του παζλ της υγιούς γήρανσης.
Πηγή: ygeiamou.gr