Σύμφωνα με το άρθρο, παρά τις επαναλαμβανόμενες πιέσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προς τους συμμάχους από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, το προσχέδιο της κοινής διακήρυξης αναμένεται επίσης να επαναβεβαιώνει τη δέσμευση στο άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας, ενώ η Ρωσία θα περιγράφεται εκ νέου ως μακροπρόθεσμη απειλή.
Στη σύνοδο θα συμμετάσχουν οι ηγέτες των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένου του Τραμπ, σε μια συγκυρία έντονων συζητήσεων για την κατανομή βαρών εντός της Συμμαχίας και τις ευρωπαϊκές αμυντικές υποχρεώσεις.
Αυξημένη αμυντική παραγωγή και πολιτικές ισορροπίες
Σύμφωνα με τους διπλωμάτες, το τελικό ποσό για τα νέα εξοπλιστικά συμβόλαια δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, ενώ αρκετές συμφωνίες αναμένεται να είναι ήδη προετοιμασμένες και να ενταχθούν στο συνολικό πακέτο.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επιδιώκει να δώσει έμφαση στην ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής παραγωγής, με στόχο τη μείωση των εσωτερικών διαφορών και τη δημιουργία μιας πιο συνεκτικής στρατηγικής για τη Συμμαχία.
Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια της Ευρώπης να αυξήσει την παραγωγή οπλικών συστημάτων σε μεγάλη κλίμακα, αλλά και με την ανάγκη πολιτικής ισορροπίας απέναντι στις ΗΠΑ, οι οποίες επιδιώκουν μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική συμβολή από τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές χώρες και ο Καναδάς έχουν ήδη αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες, με τον Ρούτε να αναφέρει πρόσφατα ότι το συνολικό επιπλέον ποσό έφτασε τα 139 δισ. δολάρια σε σύγκριση με προηγούμενα έτη, ενώ έχει τεθεί στόχος για αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035.
Η Ουκρανία και οι εσωτερικές εντάσεις στη Συμμαχία
Στο προσχέδιο της κοινής δήλωσης, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ αναμένεται να δεσμευτούν για στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία ύψους περίπου 70 δισ. ευρώ, καθώς και για αντίστοιχο ποσό για το επόμενο έτος, σύμφωνα με τους διπλωμάτες. Οι ΗΠΑ δεν αναμένεται να συμμετάσχουν σε αυτό το χρηματοδοτικό σχήμα.
Το ζήτημα της Ουκρανίας θεωρείται από τις πιο αμφιλεγόμενες πτυχές των διαπραγματεύσεων, αν και οι συνομιλίες για το τελικό κείμενο χαρακτηρίζονται σε γενικές γραμμές ομαλές.
Στο παρασκήνιο, παραμένει έντονη η συζήτηση για την ανακατανομή της αμυντικής ευθύνης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ, καθώς η Ουάσινγκτον επιχειρεί σταδιακή μετατόπιση προτεραιοτήτων.
Η αμερικανική πλευρά έχει ήδη ανακοινώσει επανεξέταση της στρατιωτικής της παρουσίας στην Ευρώπη, ενώ εξετάζεται η μείωση της διαθεσιμότητας ορισμένων κρίσιμων στρατιωτικών μέσων που εντάσσονται στη συλλογική χρήση του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές χώρες δεσμεύονται για ενίσχυση δυνατοτήτων μεγάλης εμβέλειας, αντιαεροπορικής άμυνας και μη επανδρωμένων συστημάτων, με στόχο την ενίσχυση της αποτροπής έναντι της Ρωσίας.
Ωστόσο, οι δυνατότητες «βαθιάς κρούσης» (deep strike) παραμένουν σημείο έντασης μεταξύ Ουάσινγκτον και ευρωπαϊκών συμμάχων, καθώς οι ΗΠΑ εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς την περαιτέρω ανάπτυξή τους, επικαλούμενες κινδύνους κλιμάκωσης.
Παράλληλα, στο προσχέδιο της διακήρυξης περιλαμβάνεται και αναφορά στην ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας ναυσιπλοΐας, καθώς και η θέση ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
ΠΗΓΗ: Πρώτο Θέμα