Στα «The Best Pizza Awards» που έγιναν την Παρασκευή στο Μιλάνο, ένα ελληνικό μαγαζί είχε την τιμή να πάρει το πρώτο βραβείο για την καλύτερη Πίτσα Μαργαρίτα, ενώ ο σεφ του αναδείχθηκε ο 16ος κορυφαίος pizzaiolo στον κόσμο, βρίσκοντας τη θέση του ανάμεσα σε θρύλους, εμβληματικές προσωπικότητες και απόλυτους «θεούς» της πίτσας.
Ο λόγος για τον Φραντσέσκο Γκρανάτα από το Napul'e στη Βάρη που πλέον έχει την δυνατότητα να «κρεμάσει» στην είσοδο του καταστήματός του, την πλακέτα που αναγράφει «The Best Pizza 2026» και φυσικά μπορεί να καμαρώνει πως τουλάχιστον για φέτος έχει την καλύτερη πίτσα Μαργαρίτα στον κόσμο.
Ο ίδιος ο Ιταλός σεφ που τα τελευταία αρκετά χρόνια ζει στην Ελλάδα, ανέφερε μετά την βράβευσή του πως ευχαριστεί «όσους με υποστηρίζουν και ακόμη και σε όσους έπρεπε να με ανεχτούν στις δύσκολες στιγμές, γιατί αυτό το ταξίδι δεν ήταν πάντα εύκολο. Η Ιταλία μου έδωσε τις ρίζες μου, αλλά η Ελλάδα μου έδωσε την ευκαιρία να τις εκφράσω. Αυτή η αναγνώριση ανήκει και στον ελληνικό λαό, που με υποδέχτηκε, πίστεψε σε μένα, με υποστήριξε και επέτρεψε σε έναν Ναπολιτάνο μάγειρα να φέρει την ιδέα του για την Ιταλία στην Αθήνα. Σήμερα νιώθω περήφανος, ευγνώμων και ακόμα πιο διψασμένος από πριν».
H ιστορία της πίτσας «Μαργαρίτα»
Η ιστορία της προέλευσης της πίτσας “Μαργαρίτα” ξεκίνησε όταν η βασίλισσα της Ιταλίας επισκέφτηκε τη Νάπολη το 1889. Περπατώντας στους δρόμους του κέντρου, η βασίλισσα Μαργαρίτα και ο σύζυγός της μύρισαν ένα υπέροχο άρωμα που αναδυόταν μέσα από μια πιτσαρία.
Έκανε τόση εντύπωση στο ζευγάρι που κάλεσε τον σεφ του καταστήματος, Ραφαέλε Εσπόζιτο, στο παλάτι Καποντιμόντε της πόλης για να τους μαγειρέψει το πιάτο του εκεί. Ο Εσποζίτο πήγε -φυσικά- και ετοίμασε τρία διαφορετικά είδη πίτσας, με τη μία να μιμείται τα χρώματα της ιταλικής σημαίας: περιείχε κόκκινες ντομάτες, λευκή μοτσαρέλα και φρέσκο πράσινο βασιλικό.
Την επόμενη μέρα, ο Εσποζίτο έλαβε μια επιστολή από τον Καμίλο Γκάλι, τον επικεφαλής σεφ της Βασιλικής Οικογένειας, η οποία έγραφε: “Αξιότιμε Κύριε Ραφαέλε Εσπόζιτο. Επιβεβαιώνω ότι τα τρία είδη πίτσας που ετοιμάσατε για τη Αυτού Βασιλική Υψηλότητα ήταν εξαιρετικά”.
Αν και της άρεσαν και οι τρεις πίτσες, η Μαργαρίτα δήλωσε ότι αυτή με το “κόκκινο, το λευκό και το πράσινο” ήταν η αγαπημένη της. Και ο Εσποζίτο, εντελώς αναμενόμενα της έδωσε το όνομά της προς τιμήν της, και κάπως έτσι μια κλασική ναπολιτάνικη σπεσιαλιτέ μόλις είχε γεννηθεί.
Αυτή η ιστορία, σε διάφορες παραλλαγές, συνεχίζει να υπάρχει σε τουριστικούς οδηγούς και βιβλία μαγειρικής καθώς έχει τα σωστά συστατικά που χρειάζεται για να γνωρίζει τη λαϊκή απήχηση: το παραμυθένιο μοτίβο μιας βασίλισσας που δοκιμάζει το φαγητό των απλών ανθρώπων και τις πατριωτικές αποχρώσεις που ενσωματώνονται στα χρώματα της πίτσας και της ιταλικής σημαίας.
Κάποιες απ’ τις πτυχές της ιστορίας έχουν επαληθευτεί. Οι ιστορικοί επιβεβαιώνουν ότι πράγματι το 1889 ο Εσποζίτο ήταν ιδιοκτήτης μιας πιτσαρίας (την οποία, κατά σύμπτωση, είχε μετονομάσει σε “Queen of Italy Pizzeria” έξι χρόνια πριν). Ο Ουμβέρτος και η Μαργαρίτα βρίσκονταν πράγματι στη Νάπολη όταν στάλθηκε αυτή η επιστολή στις 11 Ιουνίου 1889, ο Γκάλι ήταν όντως ο αρχισέφ της Βασιλικής Οικογένειας και οι βασιλείς είχαν πράγματι ένα κίνητρο για να κάνουν χαρούμενους τους Ναπολιτάνους, οι οποίοι είχαν ταλαιπωρηθεί από τους υψηλούς φόρους που είχε επιβάλλει το τότε νεοσύστατο Βασίλειο της Ιταλίας.
Ωστόσο, οι ιστορικοί του χώρου του φαγητού έχουν βρει αρκετές τρύπες στην ιστορία και πιθανότατα η πιο καταδικαστική είναι ότι το πιάτο υπήρχε για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες πριν από οποιαδήποτε επίσκεψη βασιλέων στη Νάπολη. Σε μια συλλογή δοκιμίων του 1853 σχετικά με τα ναπολιτάνικα έθιμα, ο συγγραφέας Εμανουέλε Ρόκο περιγράφει μια πίτσα με “βασιλικό, μοτσαρέλα και ντομάτες”.
Τα τοπικά αρχεία, επίσης, δεν αποκαλύπτουν καμία αναφορά στο περιστατικό της πιτσαρίας. Η Εφημερίδα του Βασιλείου της Ιταλίας, η οποία δημοσίευε τα βασιλικά νέα, δεν αναφέρει την επίσκεψη της βασίλισσας ή την επιστολή του Γκάλι στον Εσπόζιτο ενώ τα δείγματα της γραφής του Γκάλι που έχουν συγκριθεί με την υπογραφή της επιστολής που στάλθηκε στον δεύτερο, δεν ταιριάζουν.
Αν λοιπόν ο Γκάλι δεν έγραψε το γράμμα για λογαριασμό της βασίλισσας, τότε ποιος το έγραψε; Μια πιθανή ένδειξη βρίσκεται στο όνομα του παραλήπτη της επιστολής: Ραφαέλε Εσποζίτο Μπράντι. Η συμπερίληψη αυτού του δεύτερου επωνύμου είναι περίεργη. Η σύζυγος του Εσποζίτο, Μαρία Τζιοβάνα, είχε το πατρικό όνομα Μπράντι. Παραδοσιακά, οι άντρες στην Ευρώπη δεν έπαιρναν τα επώνυμα των συζύγων τους, επομένως ο Εσποζίτο αποκλείεται να είχε χρησιμοποιήσει το “Μπράντι”. Υπήρχαν, ωστόσο, δύο άτομα που συνδέονται με την πιτσαρία που θα μπορούσαν να το είχαν κάνει: οι Τζιοβάνι και Πασκάλ Μπράντι, οι ανιψιοί της Μαρίας που ανέλαβαν την πιτσαρία το 1932.
Η μία θεωρία είναι ότι οι αδερφοί Μπράντι, προσπαθώντας να ανεβάσουν τον τζίρο τους, δημιούργησαν από μόνοι τους αυτήν την ιστορία. Έχοντας μετονομάσει το κατάστημά τους σε “Pizzeria Brandi” το 1932, η επιστολή που φέρεται να πλαστογράφησαν θα έπρεπε να έχει και μια αναφορά στο όνομα “Μπράντι”.
Επιπλέον, οι ιστορίες των βασιλιάδων που έτρωγαν street food ήταν ευρέως διαδεδομένες στην Ιταλία. Το 1880, μια δεκαετία πριν το υποτιθέμενο γράμμα, μια παρόμοια ιστορία εμφανίστηκε στην εφημερίδα Il Bersagliere, στην οποία η βασίλισσα Μαργαρίτα επαίνεσε τα προϊόντα ενός παρασκευαστή πίτσας.
@francescogranatagrecia
📣 SPECIAL OPENING 📣 For two special evenings only, Monday 11th & Tuesday 12th August, Napul’è will be open from 6:30 PM to 11:30 PM 🍽️ We’ll be serving a special menu: 🥗 Panzanella 🍘 Parmigiana-style arancino 🍝 Baked pasta 🍕 Pizza from our menu Two unique nights to enjoy our food on days we’re usually closed! 😏 No reservation needed. 📍 Napul’è Italian Comfort Food Vasileos Konstantinou 43 Vari – Athens-
♬ suono originale - Francesco Granata
Η πιτσαρία του Εσποζίτο εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι και σήμερα φέροντας το όνομα “Pizzeria Brandi”. Η αλήθεια πίσω απ’ την ιστορία της πίτσας Μαργαρίτα εξακολουθεί να αμφισβητείται, ωστόσο το 1989, με αφορμή τον εορτασμό των εκατό χρόνων από την ονομασία της πίτσας, τοποθετήθηκε στον τοίχο έξω μια αναμνηστική πλάκα.