Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, θεσμική αξιοπιστία δεν μπορούν να επικαλούνται όσοι τη θυμούνται μόνο όταν εξυπηρετεί τις πολιτικές τους σκοπιμότητες.
Είναι λυπηρό να επιχειρείται από την ηγεσία του ΑΚΕΛ η πολιτική εργαλειοποίηση μιας κατ’ εξοχήν νομικής και θεσμικής διαδικασίας, πριν ακόμη αυτή ξεκινήσει. Ακόμη πιο λυπηρό, αν όχι επικίνδυνο, είναι να προκαταλαμβάνεται δημόσια το αποτέλεσμα μιας ανεξάρτητης έρευνας, να απαξιώνονται πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και να δημιουργούνται άδικες εντυπώσεις στη βάση υπαινιγμών.
Είναι τουλάχιστον οξύμωρο να κουνούν σήμερα το δάχτυλο εκείνοι που έχουν αποδείξει ότι ερμηνεύουν πορίσματα, διαδικασίες και δικαστικές αποφάσεις κατά το δοκούν. Οι ίδιοι που, όταν δεν τους εξυπηρετούσε το περιεχόμενο μιας έρευνας, μιλούσαν για υπέρβαση όρων εντολής από ανεξάρτητους ανακριτές, εμφανίζονται σήμερα ως υπερασπιστές της θεσμικής αξιοπιστίας.
Η θεσμική τάξη δεν λειτουργεί με κραυγές, υπαινιγμούς και προκατασκευασμένα συμπεράσματα. Αν η ηγεσία του ΑΚΕΛ διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία, ο δρόμος είναι ένας: να τα καταθέσει αρμοδίως, ώστε να αξιολογηθούν θεσμικά. Εκείνο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι η μετατροπή μιας σοβαρής ανακριτικής διαδικασίας σε κομματικό πεδίο δημιουργίας εντυπώσεων.
Σε ένα κράτος δικαίου, ένας νομικός δεν στιγματίζεται επειδή άσκησε τα καθήκοντά του σε προηγούμενη υπόθεση. Η ταύτιση του δικηγόρου με τον εντολέα του αποτελεί επικίνδυνη διολίσθηση και προσβάλλει βασικές αρχές της δικαιοσύνης.
Η θέση της Κυβέρνησης είναι σαφής: πλήρης διερεύνηση, χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς σκιές. Σεβόμαστε απόλυτα το τεκμήριο της αθωότητας, και για εμάς κανένας δεν είναι υπεράνω του Νόμου. Αυτό είναι το βασικό αξίωμα μιας Δημοκρατίας που λειτουργεί θεσμικά και όχι επιλεκτικά.
Σε ανακοίνωσή του το ΑΚΕΛ αναφέρει:
«Η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται ή κάνει ότι δεν αντιλαμβάνεται το φιάσκο της στον διορισμό ποινικών ανακριτών για το Πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς και το "Κράτος-Μαφία". Η παραίτηση του κ. Μυλωνόπουλου μετά τις αντιδράσεις για τη σύγκρουση συμφερόντων και η αντικατάστασή του από τον Ηλία Αναγνωστόπουλο, τον δικηγόρο του Tal Dilian στην υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων στην Ελλάδα, όχι μόνο δεν αποκαθιστούν αλλά επιτείνουν την κρίση αξιοπιστίας της όλης διαδικασίας.
Το βασικό πρόβλημα, βεβαίως, παραμένει η άρνηση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, των δύο πρώην υπουργών του Νίκου Αναστασιάδη, να παραιτηθούν. Η δήθεν αυτοεξαίρεσή τους δεν θεραπεύει τη σύγκρουση συμφερόντων. Η παρουσία τους εξακολουθεί να μολύνει τη διαδικασία.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης φέρει ακέραιη την ευθύνη. Αντί να διασφαλίσει μια ποινική διερεύνηση υπεράνω κάθε υποψίας, οι επιλογές του πολλαπλασιάζουν τις σκιές και ενισχύουν την ανησυχία ότι επιχειρείται κουκούλωμα των πολύ σοβαρών ευρημάτων της Αρχής κατά της Διαφθοράς, τα οποία έχουν ως κεντρικό πρόσωπο τον πολιτικό μέντορά του, τον Νίκο Αναστασιάδη.»