Η έκθεση του Γενικού Ελεγκτή, καταγράφει μια παρατεταμένη στασιμότητα που κρατά εγκλωβισμένο το δημόσιο συμφέρον, την ώρα που πολύτιμοι θαλάσσιοι χώροι παραμένουν δεσμευμένοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα από οικονομικούς φορείς, χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν τα προβλεπόμενα ετήσια τέλη.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το Υπουργικό Συμβούλιο προχώρησε κατά την περίοδο από τον Ιούνιο του 2018 έως τον Ιανουάριο του 2019 στην κήρυξη έξι θαλάσσιων χώρων ως χώρων ελλιμενισμού, με σκοπό την ενίσχυση του ναυτικού τουρισμού και την προσέλκυση επενδύσεων. Ωστόσο, παρά την πάροδο τόσων ετών από την υποβολή των σχετικών αιτήσεων, η υλοποίηση των έργων παρουσιάζει τεράστιες καθυστερήσεις. Το κράτος στερείται σημαντικών εσόδων, ενώ παράλληλα περιορίζεται ουσιωδώς η δυνατότητα του να αξιοποιήσει αυτούς τους δημόσιους θαλάσσιους χώρους για άλλους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, στο πλαίσιο του ευρύτερου θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού.
Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι, ενώ οι ιδιώτες επενδυτές αποφεύγουν την καταβολή των ετήσιων τελών, εντούτοις αποκομίζουν αποδεδειγμένα οικονομικό όφελος. Η κατοχή και μόνο των σχετικών αδειών ή προσχεδίων προσδίδει αξία στην ιδιωτική τους γη προσελκύοντας επενδυτές, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις οι άδειες αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο οικονομικής συνδιαλλαγής και αξιοποιήθηκαν στο πλαίσιο επιχειρηματικών συναλλαγών, όπως η αναδιάρθρωση δανείων και η μεταβίβαση τους σε άλλες εταιρείες.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται σε ένα νομικό κενό και στη συνεπακόλουθη διοικητική ολιγωρία. Αρκετοί από τους επενδυτές ζήτησαν αναστολή της καταβολής των ετήσιων τελών διαχείρισης προτού εξασφαλίσουν όλες τις απαραίτητες πολεοδομικές και οικοδομικές άδειες, χαρακτηρίζοντάς τα ως μια ιδιαίτερα επαχθή και απαγορευτική φορολογία. Εξετάζοντας το ζήτημα, η Νομική Υπηρεσία γνωμοδότησε ότι η επιβολή πλήρους τέλους πριν από τη νόμιμη έναρξη λειτουργίας των χώρων θα μπορούσε πράγματι να κριθεί ως αντισυνταγματικό μέτρο.
Για την επίλυση του αδιεξόδου, είχε αποφασιστεί η ανάγκη άμεσης νομοθετικής παρέμβασης μέσω τροποποιητικού νομοσχεδίου. Στόχος ήταν ο καθορισμός ενός διαφοροποιημένου, χαμηλότερου ετήσιου τέλους για την ενδιάμεση περίοδο, το οποίο αφενός θα αντανακλούσε την οικονομική αξία της παραχωρούμενης έκτασης και αφετέρου θα λειτουργούσε ως αντικίνητρο για τους επενδυτές ώστε να μην καθυστερούν. Παρά την κοινή αυτή διαπίστωση των αρμοδίων αρχών, το σχετικό νομοσχέδιο παραμένει σε εκκρεμότητα εδώ και τρία χρόνια, με αποτέλεσμα οι χώροι να συνεχίζουν να είναι δεσμευμένοι χωρίς καμία οικονομική υποχρέωση για τους δικαιούχους.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η Ελεγκτική Υπηρεσία εισηγείται τη λήψη άμεσων και δυναμικών μέτρων. Ζητά από το Υφυπουργείο Τουρισμού την άμεση ολοκλήρωση του τροποποιητικού νομοσχεδίου και τη θέσπιση σαφών συνεπειών για τις περιπτώσεις αδικαιολόγητων καθυστερήσεων. Η εισήγηση προκρίνει να δοθεί η δυνατότητα στην Αρμόδια Αρχή να ανακαλεί τις σχετικές άδειες ή να προωθεί την αποκήρυξη των χώρων αυτών από το Υπουργικό Συμβούλιο όταν οι δικαιούχοι δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους, βάζοντας έτσι ένα οριστικό τέλος στην επ' αόριστον δέσμευση της κρατικής περιουσίας.
