Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Φιλελεύθερος», η γυναίκα ήταν δικαιούχος του ΕΕΕ από τον Δεκέμβριο του 2014 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2018. Ωστόσο, στα τέλη Οκτωβρίου του 2018 οι αρμόδιες αρχές έλαβαν πληροφορίες ότι συμβίωνε με πρόσωπο το οποίο εργαζόταν, γεγονός που δεν είχε δηλωθεί, ενώ υπήρχαν και φωτογραφίες σε προσωπική ιστοσελίδα που την εμφάνιζαν αρραβωνιασμένη. Παράλληλα, υπήρχαν αναφορές ότι ασκούσε και αδήλωτη εργασία.
Μετά την αξιολόγηση των στοιχείων, η Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας προχώρησε στον τερματισμό της καταβολής του ΕΕΕ από τον Νοέμβριο του 2018, ενημερώνοντας γραπτώς την αιτήτρια ότι η απόφαση βασιζόταν στην απόκρυψη πληροφοριών που αφορούσαν την οικογενειακή της κατάσταση. Στην ίδια επιστολή γινόταν αναφορά στο δικαίωμά της να υποβάλει ένσταση ή να προσφύγει στη Δικαιοσύνη.
Η συγκεκριμένη απόφαση δεν αμφισβητήθηκε τότε από την ίδια. Δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2020, ενημερώθηκε με νέα επιστολή ότι όφειλε να επιστρέψει συνολικά €11.040, ποσό που αντιστοιχούσε στις παροχές ΕΕΕ που είχε λάβει για την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2016 έως και τον Οκτώβριο του 2018.
Η λήπτρια προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, υποστηρίζοντας, μέσω του δικηγόρου της, ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή με την οποία είχε ενημερωθεί για τον τερματισμό του επιδόματος. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η μεταγενέστερη απόφαση με την οποία της ζητήθηκε η επιστροφή των χρημάτων αποτελούσε αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη και μπορούσε να προσβληθεί δικαστικά.
Το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε τα επιχειρήματα αυτά. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η εκτελεστή διοικητική πράξη ήταν ο τερματισμός της παροχής του ΕΕΕ και όχι η μεταγενέστερη απαίτηση επιστροφής των χρημάτων, η οποία αποτελούσε συνέπεια της αρχικής απόφασης που δεν είχε προσβληθεί εμπρόθεσμα.
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια δεν είχε παραλάβει τη σχετική επιστολή, το Δικαστήριο επικαλέστηκε το ισχύον νομικό τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο όταν μια επιστολή αποστέλλεται ταχυδρομικώς και δεν επιστρέφεται ως ανεπίδοτη, θεωρείται ότι έχει παραδοθεί στον παραλήπτη, εκτός εάν αποδειχθεί το αντίθετο.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, διατηρώντας σε ισχύ την απόφαση για επιστροφή του ποσού των €11.040 που είχε καταβληθεί ως Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα.