Η Κύπρος περιλαμβάνεται, μαζί με τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Σλοβενία, στα κράτη μέλη που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν έχουν μεταφέρει ορθά στο εθνικό τους δίκαιο βασικές διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673, ιδίως όσον αφορά τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τις προβλεπόμενες κυρώσεις και τις επιβαρυντικές περιστάσεις που συνεπάγονται αυστηρότερες ποινές.
Η Οδηγία θεσπίζει κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον ορισμό των αδικημάτων και των κυρώσεων που σχετίζονται με το ξέπλυμα χρήματος, ενισχύοντας παράλληλα την αστυνομική και δικαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και αποτρέποντας την εκμετάλλευση διαφορών μεταξύ των εθνικών νομικών συστημάτων από εγκληματικές οργανώσεις.
Όπως επισημαίνεται από την Κομισιόν, εκ των βασικών καινοτομιών της Οδηγίας είναι η δυνατότητα δίωξης για ξέπλυμα χρήματος ακόμη και χωρίς προηγούμενη καταδίκη για το βασικό αδίκημα από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, καθώς και η δυνατότητα δίωξης προσώπων που νομιμοποιούν έσοδα από δικές τους εγκληματικές δραστηριότητες, γνωστό και ως self-laundering. Παράλληλα, προβλέπονται αυστηρότερες ποινές όταν το αδίκημα διαπράττεται από πρόσωπα ή οργανισμούς με ειδικά καθήκοντα, όπως τράπεζες ή συμβολαιογράφοι, ενώ αποσαφηνίζονται και οι κανόνες αρμοδιότητας στις διασυνοριακές υποθέσεις.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η κυπριακή νομοθεσία δεν συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις της Oδηγίας και για τον λόγο αυτό απέστειλε προειδοποιητική επιστολή, σηματοδοτώντας την έναρξη της διαδικασίας επί παραβάσει. Η Κύπρος έχει προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσει και να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις που επισημαίνει η Επιτροπή. Εάν η απάντησή της δεν κριθεί ικανοποιητική, η Επιτροπή μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας, εκδίδοντας αιτιολογημένη γνώμη.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ