Γιατί η Κίνα παρέμεινε «άφωνη» στους νέους δασμούς Τραμπ

Γιατί η Κίνα παρέμεινε «άφωνη» στους νέους δασμούς Τραμπ

Η πρώτη αντίδραση της Κίνας στους νέους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ ήταν σχεδόν ασυνήθιστα ήρεμη. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε την αντίθεσή του σε «κάθε μορφή μονομερών δασμών» και επανέλαβε ότι οι εμπορικοί πόλεμοι δεν εξυπηρετούν κανέναν. Δεν ανακοίνωσε, όμως, αντίμετρα. Δεν παρουσίασε κατάλογο αμερικανικών προϊόντων που θα επιβαρυνθούν. Δεν απείλησε με άμεση προσφυγή σε έναν ακόμη γύρο αντιποίνων.

Η στάση αυτή θα μπορούσε εύκολα να ερμηνευθεί ως αμηχανία ή αδυναμία. Στην πραγματικότητα, δείχνει το αντίθετο. Το Πεκίνο δεν αισθάνεται ότι βρίσκεται στην ίδια θέση με εκείνη στην οποία βρισκόταν πριν από έναν χρόνο, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος απειλούσε να επιβάλει δασμούς που θα έφταναν ακόμη και το 145% στα κινεζικά προϊόντα. Οι νέοι δασμοί είναι σημαντικοί, αλλά όχι καταστροφικοί.

Η επιβάρυνση του 12,5% που τέθηκε σε ισχύ για την Κίνα είναι μόλις κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από τον προσωρινό οριζόντιο δασμό του 10% που αντικατέστησε. Κυρίως, απέχει πολύ από τα επίπεδα που είχαν οδηγήσει τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κοντά σε μία σχεδόν πλήρη εμπορική ρήξη. Οι νέες αμερικανικές επιβαρύνσεις κυμαίνονται μεταξύ 10% και 12,5% και αφορούν 60 εμπορικούς εταίρους, με την Ουάσιγκτον να επικαλείται ανεπαρκή μέτρα κατά της καταναγκαστικής εργασίας.

Αυτή είναι η πρώτη εξήγηση για την κινεζική αυτοσυγκράτηση: το πλήγμα είναι διαχειρίσιμο και, κυρίως, αναμενόμενο.

Η Κίνα δεν είναι πλέον ο μοναδικός στόχος
Στην πρώτη φάση του εμπορικού πολέμου, η Κίνα βρισκόταν στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής. Οι δασμοί του Τραμπ παρουσιάζονταν ως μέσο αντιμετώπισης των κινεζικών επιδοτήσεων, της μεταφοράς τεχνολογίας, της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και του τεράστιου εμπορικού πλεονάσματος του Πεκίνου.

Η σημερινή πολιτική είναι διαφορετική. Η Κίνα παραμένει ο βασικός στρατηγικός και οικονομικός ανταγωνιστής των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά δεν είναι πλέον ο μοναδικός αποδέκτης των αμερικανικών δασμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Ινδία, η Αυστραλία και δεκάδες ακόμη εμπορικοί εταίροι βρίσκονται στο ίδιο σύστημα επιβαρύνσεων. Αυτό μεταβάλλει τη σχετική θέση της Κίνας.

Ένας δασμός 12,5% θα ήταν πολύ πιο επιβαρυντικός εάν οι ανταγωνιστές της μπορούσαν να εξάγουν στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς αντίστοιχους περιορισμούς. Όταν, όμως, παρόμοιες επιβαρύνσεις εφαρμόζονται στο μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου, το συγκριτικό μειονέκτημα του Πεκίνου περιορίζεται. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να μεταμορφώσει συνολικά τους όρους του διεθνούς εμπορίου.

Στην πράξη, όμως, η γενίκευση των δασμών προσφέρει στην Κίνα ένα απροσδόκητο πλεονέκτημα: παύει να εμφανίζεται ως η μοναδική χώρα που πρέπει να τιμωρηθεί και μετατρέπεται σε έναν από τους πολλούς εμπορικούς εταίρους που καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα ακριβότερο και πιο προστατευτικό αμερικανικό περιβάλλον. Το Πεκίνο μπορεί, επομένως, να περιμένει και να παρακολουθεί τις αντιδράσεις των άλλων χωρών, αντί να ηγηθεί άμεσα μιας νέας σύγκρουσης με την Ουάσιγκτον.

Το άτυπο πλαφόν των δύο ηγετών
Η δεύτερη και σημαντικότερη αιτία της κινεζικής ηρεμίας βρίσκεται στη συμφωνία αποκλιμάκωσης που επιτεύχθηκε το φθινόπωρο του 2025. Οι εμπορικές διαπραγματεύσεις στην Κουάλα Λουμπούρ και η συνάντηση του Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στη Νότια Κορέα έβαλαν προσωρινό τέλος στην ανεξέλεγκτη ανταλλαγή απειλών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέσυραν την προοπτική νέων δασμών 100%, ενώ η Κίνα ανέστειλε μέρος των νέων περιορισμών στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και δεσμεύτηκε να επαναλάβει σημαντικές αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων. Το ακριβές περιεχόμενο της συνεννόησης παραμένει εν μέρει ασαφές.

Η κινεζική πλευρά, όμως, θεωρεί ότι εξασφάλισε μία άτυπη αμερικανική δέσμευση πως οι νέοι δασμοί δεν θα υπερβούν ένα συνολικό πρόσθετο επίπεδο περίπου 20%. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν ενημερώσει τους Κινέζους συνομιλητές τους ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να επαναφέρει σταδιακά τις επιβαρύνσεις στα επίπεδα που συμφωνήθηκαν στην εμπορική εκεχειρία, χωρίς να ξεπεράσει αυτό το όριο. Για το Πεκίνο, το σημερινό 12,5% δεν αποτελεί επομένως την αρχή ενός νέου ανεξέλεγκτου πολέμου.

Αποτελεί ένα βήμα μέσα σε ένα πλαίσιο του οποίου τα ανώτατα όρια πιστεύει ότι γνωρίζει. Η επιλογή άμεσων αντιποίνων θα μπορούσε να καταστρέψει αυτή τη συνεννόηση. Θα έδινε επίσης στον Τραμπ το πολιτικό επιχείρημα ότι η Κίνα παραβίασε πρώτη την εκεχειρία και ότι απαιτούνται πολύ υψηλότερες επιβαρύνσεις. Η σιωπή, αντίθετα, επιτρέπει στο Πεκίνο να υπενθυμίζει διακριτικά τις δεσμεύσεις της Ουάσιγκτον χωρίς να εμφανίζεται ως η πλευρά που προκαλεί την κλιμάκωση.

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος για τον οποίο η κινεζική ηγεσία εμφανίζεται περισσότερο σίγουρη. Η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να επιβάλλει απεριόριστους δασμούς έχει περιοριστεί θεσμικά. Στις 20 Φεβρουαρίου 2026, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο νόμος περί διεθνών οικονομικών εξουσιών έκτακτης ανάγκης δεν παρέχει στον πρόεδρο την αρμοδιότητα να επιβάλλει δασμούς.

Η απόφαση ακύρωσε τη νομική βάση που είχε χρησιμοποιήσει ο Τραμπ για το μεγαλύτερο μέρος των παγκόσμιων επιβαρύνσεων της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης». Η κυβέρνηση επέστρεψε τώρα στο άρθρο 301 του εμπορικού νόμου του 1974, το οποίο επιτρέπει την επιβολή δασμών ως απάντηση σε πρακτικές που η Ουάσιγκτον κρίνει παράλογες, διακριτικές ή επιβαρυντικές για το αμερικανικό εμπόριο.

Πρόκειται για ισχυρό εργαλείο, αλλά δεν είναι η ίδια σχεδόν απεριόριστη εξουσία που είχε διεκδικήσει ο Τραμπ. Απαιτεί έρευνα, επίσημη αιτιολόγηση, διαδικασίες διαβούλευσης και σύνδεση των μέτρων με συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές. Ακριβώς γι’ αυτό η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε τώρα την καταναγκαστική εργασία ως νομική βάση για τους νέους δασμούς. Το Πεκίνο γνωρίζει ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την πίεση.

Γνωρίζει, όμως, επίσης ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί πλέον να ανακοινώσει χωρίς όρια και διαδικασίες έναν νέο καθολικό δασμό 100% ή 145% και να θεωρήσει δεδομένο ότι αυτός θα παραμείνει σε ισχύ. Η νομική αβεβαιότητα έχει μεταφερθεί πλέον στην αμερικανική πλευρά.

Το όπλο των σπάνιων γαιών
Η κινεζική αυτοπεποίθηση στηρίζεται, κυρίως, στο γεγονός ότι το Πεκίνο απέδειξε πως διαθέτει δικά του, εξαιρετικά αποτελεσματικά μέσα πίεσης. Όταν οι αμερικανικοί δασμοί κλιμακώθηκαν το 2025, η Κίνα δεν περιορίστηκε στην επιβολή αντιστοίχων φόρων στα αμερικανικά προϊόντα. Περιόρισε την εξαγωγή σπάνιων γαιών και μαγνητών, υλικών απαραίτητων για την αμυντική βιομηχανία, τους ημιαγωγούς, τα ηλεκτρικά οχήματα, τις ανεμογεννήτριες και μεγάλο μέρος της σύγχρονης μεταποίησης.

Η Κίνα ελέγχει κρίσιμα τμήματα της εξόρυξης, αλλά κυρίως της επεξεργασίας και της παραγωγής των εξειδικευμένων μαγνητών. Οι περιορισμοί της προκάλεσαν προβλήματα σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και μετέτρεψαν ένα σχετικά άγνωστο τμήμα των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων σε κεντρικό θέμα των διαπραγματεύσεων. Ακόμη και μετά τη συμφωνία Τραμπ–Σι, η Κίνα ανέστειλε μόνο τους νεότερους περιορισμούς. Διατήρησε σε ισχύ μεγάλο μέρος του συστήματος αδειοδοτήσεων και των προηγούμενων ελέγχων, με τις εξαγωγές ορισμένων βαριών σπάνιων γαιών να παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα επίπεδα πριν από την κρίση.

Το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον είναι σαφές: η Κίνα δεν χρειάζεται να απαντά σε κάθε αμερικανικό δασμό με έναν κινεζικό δασμό. Μπορεί να επιλέξει το σημείο στο οποίο η αμερικανική οικονομία είναι περισσότερο ευάλωτη και να περιορίσει την πρόσβαση σε υλικά που δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η απουσία άμεσων αντιποίνων δεν σημαίνει, επομένως, ότι η Κίνα δεν διαθέτει απάντηση. Σημαίνει ότι δεν θέλει να τη χρησιμοποιήσει πρόωρα.

Δύο διαφορετικές φωνές από το Πεκίνο
Η κινεζική αντίδραση είχε επίσης μία προσεκτικά σχεδιασμένη διπλή μορφή. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης μίλησαν για τους «ατελείωτους δασμούς της Αμερικής» και κατηγόρησαν την Ουάσιγκτον ότι αναζητεί συνεχώς νέες δικαιολογίες για να επαναφέρει μέτρα προστατευτισμού. Η επίσημη διπλωματική αντίδραση, όμως, περιορίστηκε στην πάγια θέση ότι η Κίνα αντιτίθεται στους μονομερείς δασμούς και ότι κανείς δεν κερδίζει από έναν εμπορικό πόλεμο. Στο εσωτερικό, η ηγεσία πρέπει να δείξει ότι δεν αποδέχεται αδιαμαρτύρητα την αμερικανική πίεση. Στο εξωτερικό, όμως, δεν θέλει να δεσμευτεί σε μία ενέργεια που θα προκαλέσει την κατάρρευση της εύθραυστης εμπορικής εκεχειρίας. Τα κρατικά μέσα μπορούν να υψώνουν τον τόνο. Το υπουργείο Εξωτερικών διατηρεί ανοιχτό τον δρόμο της διαπραγμάτευσης.

Η σιωπή ως στρατηγική
Η Κίνα δεν παρέμεινε «άφωνη» επειδή αιφνιδιάστηκε. Παρέμεινε χαμηλόφωνη επειδή θεωρεί ότι ο σημερινός γύρος δεν μεταβάλλει δραματικά την ισορροπία. Οι νέοι δασμοί είναι πολύ χαμηλότεροι από εκείνους που απειλούσε να επιβάλει ο Τραμπ πριν από έναν χρόνο. Εφαρμόζονται σε δεκάδες χώρες και επομένως δεν επιβαρύνουν μόνο την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών προϊόντων. Βρίσκονται, σύμφωνα με την κινεζική ερμηνεία, μέσα στα όρια της συμφωνίας του 2025. Και επιβάλλονται από μία αμερικανική κυβέρνηση της οποίας η ελευθερία κινήσεων έχει περιοριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Πάνω απ’ όλα, το Πεκίνο έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να απαντήσει όχι εκεί όπου η Ουάσιγκτον είναι ισχυρότερη, αλλά εκεί όπου είναι περισσότερο εξαρτημένη.

Η πραγματική κινεζική κόκκινη γραμμή θα δοκιμαστεί στον επόμενο γύρο των αμερικανικών ερευνών για τις βιομηχανικές επιδοτήσεις και την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Εάν οι πρόσθετοι δασμοί οδηγήσουν τη συνολική επιβάρυνση πάνω από το άτυπο όριο που θεωρεί ότι συμφωνήθηκε, η σημερινή αυτοσυγκράτηση μπορεί να τελειώσει απότομα. Μέχρι τότε, η Κίνα έχει κάθε λόγο να μην είναι η πρώτη που θα εγκαταλείψει την εκεχειρία. Η σιωπή της δεν αποτελεί παραίτηση από την αντιπαράθεση. Αποτελεί την εκτίμηση ότι, στον συγκεκριμένο γύρο, δεν χρειάζεται να πυροβολήσει για να αποδείξει ότι διαθέτει όπλα.

ΠΗΓΗ: Πρώτο Θέμα

Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

 

 

 

 

ΠτΔ: Οι δικές μας ενέργειες οδήγησαν στο διεθνές ενδιαφέρον για το Κυπριακό

ΠτΔ: Οι δικές μας ενέργειες οδήγησαν στο διεθνές ενδιαφέρον για το Κυπριακό

Η στρατηγική που ακολουθούμε έχει οδηγήσει στο διεθνές ενδιαφέρον για το Κυπριακό είπε σήμερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Χριστοδουλίδης, ο οποίος συναντήθηκε στην Αθήνα, με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος σημείωσε ότι η Ελλάδα στέκεται πάντα εμπράκτως στο πλευρό της Κύπρου.

BEST OF TOTHEMAONLINE