Οι Ταλιμπάν έκλεισαν 5 χρόνια στο Αφγανιστάν: Επαναφέρουν τη δουλεία, εκτελούν χωρίς δίκες, κακοποιούν ανηλίκους με... τον νόμο!
15.08.2026 - 18:10
Πέντε χρόνια πριν, καθώς οι Ταλιμπάν ανακτούσαν την εξουσία και οι τελευταίες ξένες δυνάμεις αποχωρούσαν από το Αφγανιστάν- με τις εικόνες αλλοφροσύνης στο αεροδρόμιο της Καμπούλ και τη φυγάδευση του τότε προέδρου Ασράφ Γκάνι να έχουν μείνει στη συλλογική συνείδηση - οι ηγέτες τους επιχείρησαν να στείλουν ένα καθησυχαστικό μήνυμα για την επόμενη μέρα στη χώρα, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στη διεθνή κοινότητα: Διαβεβαίωναν ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.
Στις σημαντικότερες δεσμεύσεις τους, υποσχέθηκαν ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να σπουδάζουν και να εργάζονται, ότι οι αντίπαλοί τους θα καλύπτονταν από γενική αμνηστία, ότι τα μέσα ενημέρωσης θα συνέχιζαν να λειτουργούν ελεύθερα, ότι δεν θα μονοπωλούσαν την εξουσία και ότι το αφγανικό έδαφος δεν θα χρησιμοποιούνταν για να απειληθούν άλλες χώρες.
Στις 15 Αυγούστου 2021, μετά από μαζικές επιχειρήσεις τριών μηνών (είχαν ξεκινήσει από τον Μάιο του ίδιου έτους) οι Ταλιμπάν υπέγραψαν την «πτώση της Καμπούλ», καταλύοντας την «Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν» και βάζοντας τέλος στον 20ετη πόλεμο που είχε ξεκινήσει με την εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων. Πέντε χρόνια αργότερα, ο απολογισμός εκείνων των δεσμεύσεων είναι συντριπτικά απογοητευτικός: σχεδόν τίποτα από την εικόνα του μετριοπαθέστερου καθεστώτος που επιχείρησαν τότε να παρουσιάσουν δεν επιβεβαιώθηκε.
Αντίθετα, η σαρία ζει και βασιλεύει: η εξουσία παραμένει εξ ολοκλήρουστα χέρια του κινήματος, πρώην αξιωματούχοι και μέλη των δυνάμεων ασφαλείας έχουν υποστεί διώξεις παρά την εξαγγελθείσα αμνηστία, η ελευθερία του Τύπου έχει περιοριστεί δραστικά και οι περίπου 20 εκατομμύρια γυναίκες έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τη δημόσια ζωή.
Και τώρα, ένα νέο ποινικό πλαίσιο το οποίο προωθήθηκε στις αρχές του έτους, πηγαίνει ακόμη μακρύτερα: θεσμοθετεί μια αυστηρή κοινωνική ιεραρχία, προβλέπει μαστιγώσεις και φυλακίσεις για συμπεριφορές και εκφράσεις που θεωρούνται παραβατικές και περιλαμβάνει ακόμη και τον όρο «σκλάβος», προκαλώντας καταγγελίες ότι ανοίγει τον δρόμο για νομιμοποίηση της δουλείας και της ανθρώπινης εκμετάλλευσης.
Από τις υποσχέσεις για δικαιώματα στην εξαφάνιση από τη δημόσια ζωή
Οι διαβεβαιώσεις των Ταλιμπάν είχαν αρχίσει πριν ακόμη επιστρέψουν στην εξουσία. Τον Φεβρουάριο του 2020, ο Σιρατζουντίν Χακάνι, τότε αναπληρωτής ηγέτης του κινήματος, έγραφε ότι τα δικαιώματα των γυναικών που εγγυάται το Ισλάμ, «από το δικαίωμα στην εκπαίδευση μέχρι το δικαίωμα στην εργασία», θα προστατεύονταν.
Τον Ιούλιο του 2021, ο εκπρόσωπος του πολιτικού γραφείου των Ταλιμπάν, Σουχάιλ Σαχίν, υποστήριζε ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να εργάζονται, να σπουδάζουν και να συμμετέχουν στην πολιτική. Μόλις δύο ημέρες μετά την κατάληψη της Καμπούλ, ο εκπρόσωπος επικοινωνίας, Ζαμπιχουλάχ Μουτζαχίντ επανέλαβε την ίδια υπόσχεση στην πρώτη συνέντευξη Τύπου, λέγοντας ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να εργάζονται και να εκπαιδεύονται στο πλαίσιο του ισλαμικού νόμου.
Η πραγματικότητα, όμως, γράφτηκε τελείως διαφορετικά. Τον Σεπτέμβριο του 2021 τα κορίτσια δεν επέστρεψαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τον Μάρτιο του 2022 οι Ταλιμπάν ανέτρεψαν την απόφαση που προέβλεπε την επαναλειτουργία των σχολείων τους και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς απαγορεύτηκε στις γυναίκες και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ διευρύνθηκαν οι περιορισμοί στην εργασία τους. Μέχρι τον Αύγουστο του 2026, περίπου 2,4 εκατομμύρια κορίτσια είχαν στερηθεί τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σύμφωνα με στοιχεία της UNESCO.
Συνολικά, περισσότερα από 160 διατάγματα έχουν βάλει στο στόχαστρο γυναίκες και κορίτσια, περιορίζοντας την εκπαίδευση, την εργασία, τις μετακινήσεις, την ενδυμασία, την έκφραση και τη δυνατότητά τους να λαμβάνουν αποφάσεις για τη ζωή τους.
Οι αυστηροί περιορισμοί που επιβάλλονται στις γυναίκες και τα κορίτσια σηματοδοτούν επιστροφή στις συνθήκες που επικρατούσαν την προηγούμενη φορά που οι Ταλιμπάν έλεγχαν την εξουσία, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ενώ το Αφγανιστάν είναι πλέον η μοναδική χώρα στον κόσμο που απαγορεύει επίσημα την πρόσβαση κοριτσιών και γυναικών στην εκπαίδευση πέρα από την πρωτοβάθμια.
«Καμία άλλη χώρα στη σύγχρονη εποχή δεν έχει καταργήσει τα δικαιώματα του μισού πληθυσμού της μέσω νόμων, πολιτικών και πρακτικών στον ίδιο βαθμό», δήλωσε ο οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για τις Γυναίκες. «Ταυτόχρονα, οι αλληλοεπικαλυπτόμενες ανθρωπιστικές και οικονομικές κρίσεις και η επιδεινούμενη φτώχεια έχουν επίσης δυσανάλογο αντίκτυπο στις γυναίκες και τα κορίτσια».
Οι επίσημοι περιορισμοί έχουν ενισχύσει τις κοινωνικές πιέσεις, και πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι οι κοινότητές τους τις πιέζουν όλο και περισσότερο να συμμορφωθούν, σύμφωνα με νέα έκθεση του ΟΗΕ, η οποία βασίζεται σε πρόσφατες έρευνες. «Μια πενταετία κλιμακούμενων περιορισμών έχει περιορίσει τα μέρη όπου μπορούν να πάνε οι Αφγανές γυναίκες, τι μπορούν να κάνουν και πώς μπορούν να ζήσουν», αναφέρεται στην έκθεση. «Τα αποτελέσματα είναι ανησυχητικά».
Ο οργανισμός διεξήγαγε έρευνα σε περίπου 5.000 Αφγανούς, σε αγροτικές και αστικές κοινότητες, τη φετινή άνοιξη και την περσινή χρονιά, ρωτώντας γυναίκες και άνδρες για τη ζωή υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν. Υπήρχαν ορισμένες ομοιότητες στις απαντήσεις των δύο φύλων — αλλά και μερικές πολύ έντονες διαφορές.
Απομόνωση και κρίση ψυχικής υγείας, βγαίνουν από το σπίτι μια - δύο φορές το μήνα
Πολλοί από τους Αφγανούς που συμμετείχαν στην έρευνα εξέφρασαν απογοήτευση για την πορεία της ζωής τους τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, οι γυναίκες ανέφεραν επίπεδα απομόνωσης και δυσφορίας που υποδηλώνουν μια αυξανόμενη κρίση ψυχικής υγείας.
Περισσότεροι από τους μισούς άνδρες που συμμετείχαν στην έρευνα — περίπου το 55% — δήλωσαν ότι η ζωή τους ήταν χειρότερη από ό,τι περίμεναν πριν από τον Αύγουστο του 2021, σε σύγκριση με το 65% των γυναικών που εξέφρασαν παρόμοια αίσθηση. Ωστόσο, η αιτιολογία τους ήταν εντελώς διαφορετική.
Οι άνδρες που απάντησαν, εξέφρασαν απογοήτευση για την έλλειψη οικονομικών ευκαιριών, ενώ πολλές γυναίκες κατηγόρησαν επίσης τη μειωμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση, για τις ίδιες ή τα παιδιά τους, καθώς και τους κανόνες που περιορίζουν την εργασία και τη ζωή των γυναικών.
«Αποκλείοντας την πρόσβαση στην εκπαίδευση και σε πολλές μορφές απασχόλησης, αυτοί οι περιορισμοί επιδεινώνουν τις οικονομικές πιέσεις που ήδη βιώνουν οι περισσότερες γυναίκες», αναφέρει η έκθεση του ΟΗΕ, επισημαίνοντας το «βαθύ προσωπικό κόστος» που έχει η κατάσταση για τις γυναίκες στο Αφγανιστάν. Πολλές γυναίκες ανέφεραν αυξανόμενο άγχος, ανησυχία και πίεση, «κάτι που συνάδει με ευρύτερα στοιχεία για την επιδείνωση της ψυχικής υγείας», προσθέτει η έκθεση.
Η έκθεση επισημαίνει, ακόμα, την απομόνωση που βιώνουν πλέον πολλές Αφγανές γυναίκες ως αποτέλεσμα των περιορισμών. Η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα — το 90% — δήλωσε ότι πρέπει να έχει την άδεια ενός άνδρα μέλους της οικογένειας για να βγει από το σπίτι. Και περισσότερες από τις μισές δήλωσαν ότι βγαίνουν μόνο μία ή δύο φορές το μήνα. Μεταξύ των ανδρών που συμμετείχαν στην έρευνα, πάνω από το 95% ανέφερε ότι βγαίνει από το σπίτι του καθημερινά.
Η τήρηση των νέων κανόνων των Ταλιμπάν από τις γυναίκες και τα κορίτσια ενισχύεται όλο και περισσότερο από άτομα του περιβάλλοντός τους, όπως συγγενείς και γείτονες. Η έκθεση του ΟΗΕ σημείωσε ότι σχεδόν το 40% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα φέτος δήλωσαν ότι αισθάνονται μεγαλύτερη πίεση από πριν, προκειμένου να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους, από φόβο μήπως οι γνωστοί τους τις καταγγείλουν για ακατάλληλη ενδυμασία, ομιλία ή πράξεις.
Η «γενική αμνηστία» και οι 800 παραβιάσεις
Μία ακόμη μεγάλη δέσμευση αφορούσε όσους είχαν υπηρετήσει το προηγούμενο καθεστώς (οι θεωρούμενοι «εχθροί») ή είχαν συνεργαστεί με τις ξένες δυνάμεις. Στις 17 Αυγούστου 2021, ο Μουτζαχίντ ανακοίνωσε ότι οι Ταλιμπάν είχαν «συγχωρήσει τους πάντες» και ότι δεν επρόκειτο να εκδικηθούν πρώην κυβερνητικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς ή συνεργάτες των ξένων δυνάμεων. Τα στοιχεία του ΟΗΕ αποτύπωσαν και εδώ, όμως, μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Η Αποστολή Αρωγής των Ηνωμένων Εθνών στο Αφγανιστάν κατέγραψε από τον Αύγουστο του 2021 έως τον Ιούνιο του 2023 τουλάχιστον 800 παραβιάσεις σε βάρος πρώην αξιωματούχων και μελών των δυνάμεων ασφαλείας. Ανάμεσά τους βρίσκονταν εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, κακομεταχείριση και εξαναγκαστικές εξαφανίσεις.
Και οι καταγγελίες δεν ανήκουν μόνο στα πρώτα χρόνια της επιστροφής των Ταλιμπάν στην εξουσία. Από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2026 καταγράφηκαν άλλοι οκτώ φόνοι, 29 αυθαίρετες συλλήψεις και πέντε περιπτώσεις βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης ανθρώπων της ίδιας κατηγορίας. Από τον «ανεξάρτητο Τύπο» στην 175η θέση της ελευθεροτυπίας παγκοσμίως Ανάλογη ήταν η εξέλιξη μιας ακόμη υπόσχεσης: εκείνης για τα μέσα ενημέρωσης.
Ο Μουτζαχίντ είχε διαβεβαιώσει ότι τα ιδιωτικά μέσα θα μπορούσαν να παραμείνουν «ελεύθερα και ανεξάρτητα» και να ασκούν κριτική στις Αρχές, εντός των ισλαμικών και εθνικών κανόνων. Πέντε χρόνια αργότερα, οργανώσεις των μέσων ενημέρωσης καταγράφουν περισσότερα από 20 διατάγματα, πέρα από τις κατά τόπους εντολές, που περιορίζουν τη λειτουργία του Τύπου.
Το Αφγανιστάν κατρακύλησε το 2026 στην 175η θέση μεταξύ 180 χωρών στον δείκτη ελευθερίας του Τύπου. Παράλληλα, εντάθηκαν οι περιορισμοί στις γυναίκες δημοσιογράφους και στην παρουσία γυναικών στα μέσα, ενώ σε ορισμένες περιοχές έφτασαν μέχρι την απαγόρευση μετάδοσης εικόνων έμβιων όντων.
«Δεν πιστεύουμε στο μονοπώλιο της εξουσίας»
Ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές διαψεύσεις αφορά την ίδια τη διακυβέρνηση της χώρας. Στις διαπραγματεύσεις της Ντόχας, τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Μουλά Αμπντούλ Γάνι Μπαραντάρ είχε δηλώσει ότι οι Ταλιμπάν επιθυμούσαν ένα Αφγανιστάν όπου «όλοι οι άνθρωποι θα μπορούν να συμμετέχουν χωρίς διακρίσεις». Λίγες εβδομάδες πριν από την πτώση της Καμπούλ, ο Σουχάιλ Σαχίν ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός, διατρανώνοντας ότι το κίνημα «δεν πιστεύει στο μονοπώλιο της εξουσίας».
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2021 ανακοινώθηκε η προσωρινή κυβέρνηση: και τα 33 μέλη της ήταν Ταλιμπάν, στη συντριπτική τους πλειονότητα Παστούν (η μεγαλύτερη εθνότητα του Αφγανιστάν, στην οποιά έχει στηριχθεί, σε μεγάλο βαθμό, το κίνημα των Ταλιμπάν). Πέντε χρόνια αργότερα, οι κορυφαίες πολιτικές θέσεις εξακολουθούν να βρίσκονται στα χέρια του κινήματος, χωρίς πραγματική συμμετοχή άλλων πολιτικών δυνάμεων.
Η διεθνής αναγνώριση που δεν ήρθε
Οι Ταλιμπάν είχαν υποσχεθεί επίσης ένα Αφγανιστάν με καλές σχέσεις με τους γείτονές του, την ευρύτερη περιοχή και τον υπόλοιπο κόσμο. Πράγματι, το καθεστώς επέκτεινε σταδιακά τη διπλωματική παρουσία του, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο αρκετών αφγανικών πρεσβειών και διπλωματικών αποστολών. Ωστόσο, μέχρι τον Αύγουστο του 2026 μόνο η Ρωσία είχε προχωρήσει σε επίσημη αναγνώριση της κυβέρνησης των Ταλιμπάν, τον Ιούλιο του 2025, ενώ διεθνείς κυρώσεις σε βάρος στελεχών του καθεστώτος παρέμεναν σε ισχύ.
Εκτός αυτοί, οι σχέσεις με το γειτονικό Πακιστάν παραμένουν τεταμένες και τον Φεβρουάριο, μετά από εκατέρωθεν ανταλλαγές πυρών κοντά στα σύνορα, το Ισλαμαμπάντ κήρυξε πόλεμο στην Καμπούλ, εξαπολύοντας αεροπορικές επιδρομές. Έκτοτε, έχουν γίνει προσπάθειες και συνομιλίες για την εκτόνωση των εντάσεων και την αποκατάστασης της ασφάλειας στα σύνορα, χωρίς, όμως, να έχουν πέσει υπογραφές σε επίσημα κείμενα.
Το νέο ποινικό πλαίσιο: Μαστιγώσεις, φυλακίσεις και απόλυτη υπακοή
Πέντε χρόνια μετά, όμως, το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο το ποιες υποσχέσεις τηρήθηκαν. Αφορά και πόσο μακριά έχει φτάσει το καθεστώς που οικοδομήθηκε. Στις αρχές του 2026, οι Ταλιμπάν παρουσίασαν χωρίς ιδιαίτερη δημοσιότητα ένα νέο ποινικό πλαίσιο για εφαρμογή από τα δικαστήριά τους σε ολόκληρη τη χώρα.
Σε 58 σελίδες, 10 κεφάλαια και 119 άρθρα, προβλέπονται αυστηρές ποινές στους παραβάτες και τους ασεβείς και επιδιώκεται η απόλυτη συμμόρφωση προς τον ανώτατο ηγέτη των Ταλιμπάν, Χιμπατουλάχ Αχουντζάντα, καθώς και προς περισσότερες από 200 υφιστάμενες εντολές και διατάγματα. Η ελευθερία της έκφρασης περιορίζεται ακόμη περισσότερο. Από τον χορό έως τη δημόσια διαφωνία, συμπεριφορές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο τιμωρίας. Η προσβολή ηγετών των Ταλιμπάν, για παράδειγμα, προβλέπεται να τιμωρείται με 20 μαστιγώσεις και έξι μήνες φυλάκιση.
Μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις
Το νέο πλαίσιο, σύμφωνα με το υλικό, προχωρά ακόμη περισσότερο, θεσμοθετώντας μια ιεραρχική κοινωνική διαστρωμάτωση: θρησκευτικοί λόγιοι, ευγενείς ή ελίτ, μεσαία και κατώτερη τάξη.
Η ισότητα απέναντι στον νόμο ουσιαστικά υπονομεύεται, με υψηλόβαθμους αξιωματούχους και πιστούς του καθεστώτος να προστατεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις βαρύτερες ποινές, την ώρα που οι απλοί πολίτες - και ιδιαίτερα γυναίκες και μειονότητες - βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι σε μαστιγώσεις, κρατήσεις, πρόστιμα και άλλες βαριές ποινές.
Για τις γυναίκες, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική. Σύμφωνα με ανεξάρτητα αφγανικά μέσα, το νέο πλαίσιο τις αντιμετωπίζει σε σειρά διατάξεων περισσότερο ως «ιδιοκτησία» παρά ως αυτόνομα πρόσωπα. Ακόμη και η επίσκεψη σε συγγενείς χωρίς την άδεια του συζύγου μπορεί να επιφέρει ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, σύζυγοι που ασκούν βαριά ενδοοικογενειακή βία αντιμετωπίζουν μέγιστη ποινή μόλις 15 ημερών εφόσον καταδικαστούν.
Η λέξη «σκλάβος» επιστρέφει στον νόμο
Το πλέον ανατριχιαστικό σημείο αφορά, ωστόσο, τη δουλεία. Σύμφωνα με την αφγανική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Rawadari, στο νέο πλαίσιο εμφανίζεται σε διαφορετικά σημεία ο χαρακτηρισμός «σκλάβος» («Ghulam»). Η οργάνωση εκτιμά ότι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ο όρος ουσιαστικά αναγνωρίζει και επιτρέπει την ύπαρξη δουλείας, νομιμοποιώντας σε σημαντικό βαθμό την εκμετάλλευση ανθρώπων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και όσα προβλέπονται – μάλλον όσα δεν προβλέπονται - για την προστασία των παιδιών. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το νέο πλαίσιο δεν περιλαμβάνει σαφή ποινικοποίηση της ψυχολογικής, σεξουαλικής ή σωματικής κακοποίησης ανηλίκων, ενώ προβλέπει τη δυνατότητα σωματικής τιμωρίας παιδιών ηλικίας 10 ετών από τον πατέρα τους εάν δεν τηρούν τις θρησκευτικές προσευχές.
Η μόνη εξαίρεση αποτελεί το Άρθρο 30, το οποίο απαγορεύει στους εκπαιδευτικούς να ασκούν βία κατά μαθητών που έχει ως συγκεκριμένο αποτέλεσμα «κάταγμα οστών”, “δερματικό τραύμα” ή “μώλωπες”», σύμφωνα με την οργάνωση Rawardi.
Όλα αυτά σε μια χώρα όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο υλικό, το 81% των παιδιών έχει υποστεί σωματική τιμωρία. Παράλληλα, καταγράφονται φαινόμενα εμπορίας και εκμετάλλευσης ανηλίκων, παιδικών γάμων, παιδικής εργασίας, στρατολόγησης παιδιών και «bacha bazi», της πρακτικής κατά την οποία αγόρια υφίστανται εκμετάλλευση από άνδρες για κοινωνική και σεξουαλική «ψυχαγωγία».
Πέντε χρόνια μετά
Η επέτειος της 15ης Αυγούστου δεν αποτελεί, επομένως, μονάχα μια υπενθύμιση της ημέρας κατά την οποία οι Ταλιμπάν επέστρεψαν στην Καμπούλ μετά από δύο δεκαετίες. Είναι και η στιγμή του (τραγικού, όπως αποδεικνύεται) απολογισμού.
Πέντε χρόνια αργότερα, οι υποσχέσεις των Ταλιμπάν μοιάζουν περισσότερο με εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για να καθησυχάσουν μια τρομοκρατημένη κοινωνία και μια δύσπιστη διεθνή κοινότητα παρά με δεσμεύσεις που επρόκειτο πραγματικά να εφαρμοστούν. Αυτή είναι, άλλωστε, και η εκτίμηση αντιπάλων του καθεστώτος.
Και ίσως η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στο Αφγανιστάν που περιέγραφαν οι Ταλιμπάν το 2021 και σε εκείνο που έχουν δημιουργήσει το 2026 να αποτυπώνεται σε μία μόνο λέξη, η οποία έχει κερδίσει, μάλιστα, και την κρατική νομιμοποίηση: «Ghulam» – (υπηρέτης, σκλάβος).
Νέα κινητικότητα καταγράφεται στο Κυπριακό, με τη Λευκωσία να επιχειρεί να αξιοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας που δημιουργείται μέσα από την ενεργότερη εμπλοκή των Ηνωμένων Εθνών και την προοπτική επανέναρξης των συνομιλιών.