Το προσχέδιο, έκτασης 37 σελίδων, περιλαμβάνει σημαντικές αλλαγές τόσο για τους υφιστάμενους όσο και για τους μελλοντικούς συνταξιούχους. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι αυξήσεις στις συντάξεις, η μείωση του πέναλτι για πρόωρη αφυπηρέτηση, η στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων, αλλά και η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, έχει χαρακτηρίσει τη μεταρρύθμιση ως «τη μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική μεταρρύθμιση στο Συνταξιοδοτικό από το 1980», με την Κυβέρνηση να επιδιώκει την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας και την εφαρμογή των αλλαγών από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Αυξήσεις για χιλιάδες συνταξιούχους
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά τις συντάξεις, με την Κυβέρνηση να προβλέπει αυξήσεις τόσο για υφιστάμενους όσο και για μελλοντικούς συνταξιούχους.
Ο Υπουργός Εργασίας, Μαρίνος Μουσιούττας, ανέφερε ότι οι αυξήσεις για τους μελλοντικούς συνταξιούχους με χαμηλές αποδοχές μπορούν να κυμανθούν από 5% έως και 50%-60%.
Σε ό,τι αφορά τους περίπου 123.000 υφιστάμενους συνταξιούχους, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περίπου 53.000 αναμένεται να έχουν αύξηση πέραν των €100 τον μήνα, ενώ περίπου 60.000 θα λάβουν αύξηση μικρότερη των €100.
Ωστόσο, οι αυξήσεις δεν θα δοθούν στο σύνολό τους από την πρώτη ημέρα εφαρμογής της μεταρρύθμισης. Εφόσον το νομοσχέδιο τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027, οι προβλεπόμενες αυξήσεις θα εφαρμοστούν σταδιακά και θα φτάσουν στο 100% σε βάθος πενταετίας.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί ήδη αντικείμενο συζήτησης, καθώς οι κοινωνικοί εταίροι ζητούν να αποσαφηνιστεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια ο τρόπος με τον οποίο θα κατανεμηθούν οι αυξήσεις.
Στο επίκεντρο το πέναλτι της πρόωρης συνταξιοδότησης
Ιδιαίτερη πολιτική και κοινωνική βαρύτητα έχει η πρόταση για αλλαγή του αναλογιστικού πέναλτι για όσους επιλέγουν να αφυπηρετήσουν στα 63 αντί στα 65.
Το υφιστάμενο πέναλτι του 12% προτείνεται να μειωθεί στο 7,5%, αλλά μόνο στο βασικό μέρος της σύνταξης.
Η Κυβέρνηση θεωρεί την αλλαγή σημαντική ελάφρυνση για τους ασφαλισμένους, ωστόσο οι συντεχνίες θεωρούν ότι η πρόταση δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί.
Η ΠΕΟ, η ΣΕΚ και η ΔΕΟΚ ζητούν περαιτέρω συζήτηση για το συγκεκριμένο ζήτημα, με διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς το ύψος και τον τρόπο εφαρμογής της μείωσης.
Παράλληλα, στο πλαίσιο της μεταβατικής περιόδου προβλέπεται σταδιακή αύξηση των απαιτούμενων ετών εισφορών για συνταξιοδότηση στα 63, από τα 33 στα 38 χρόνια.
Το μεγάλο ερώτημα: Πόσο θα κοστίσει η μεταρρύθμιση;
Πέρα από τις αυξήσεις, το βασικό ερώτημα που τίθεται από την πλευρά των εργοδοτικών οργανώσεων αφορά τη χρηματοδότηση της μεταρρύθμισης και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η Κυβέρνηση έχει υπολογίσει το δημοσιονομικό κόστος σε περίπου €50 εκατ. ετησίως κατά τα πρώτα πέντε χρόνια.
Το ΚΕΒΕ και η ΟΕΒ ζητούν, ωστόσο, να παρουσιαστούν με σαφήνεια οι αναλογιστικές παραδοχές και να διασφαλιστεί ότι τα αυξημένα ωφελήματα μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς αύξηση των εισφορών.
Για την ΟΕΒ, η μη αύξηση των εισφορών αποτελεί ξεκάθαρη «κόκκινη γραμμή». Το ζητούμενο, όπως υποστηρίζει, είναι να αποδειχθεί ότι τα έσοδα του Ταμείου επαρκούν για την κάλυψη των νέων υποχρεώσεων.
Το ΚΕΒΕ, από την πλευρά του, εμφανίζεται θετικό απέναντι στην ανάγκη μεταρρύθμισης, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη διασφάλισης της βιωσιμότητας του συστήματος και αποφυγής επιπτώσεων στην οικονομία.
Χαμηλοσυνταξιούχοι: Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στον λεγόμενο «πυλώνα μηδέν», που αφορά τις κοινωνικές παροχές και ειδικότερα τους χαμηλοσυνταξιούχους.
Οι κοινωνικοί εταίροι ζητούν περισσότερη ενημέρωση για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει το νέο πλαίσιο, τα κριτήρια που θα ισχύσουν και το ύψος της κρατικής στήριξης.
Οι συντεχνίες υπογραμμίζουν ότι, παρά τις αυξήσεις που προβλέπει η μεταρρύθμιση, εξακολουθεί να υπάρχει ο κίνδυνος ορισμένοι συνταξιούχοι να παραμένουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Για τον λόγο αυτό ζητούν ένα ισχυρό και αποτελεσματικό δίχτυ προστασίας για τους χαμηλοσυνταξιούχους.
Η κυβέρνηση αναμένεται να παρουσιάσει αναλυτικότερα την πρότασή της για τον συγκεκριμένο πυλώνα στην επόμενη φάση του διαλόγου.
Τα Ταμεία Προνοίας το μεγάλο «αγκάθι»
Αν το πρώτο στάδιο της μεταρρύθμισης επικεντρώνεται στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το ζήτημα των Ταμείων Προνοίας αναμένεται να αποτελέσει το δυσκολότερο πεδίο διαπραγμάτευσης.
Η βασική διαφωνία είναι ξεκάθαρη: οι συντεχνίες τάσσονται υπέρ της υποχρεωτικής συμμετοχής των εργαζομένων στον δεύτερο πυλώνα, ενώ οι εργοδοτικές οργανώσεις απορρίπτουν την υποχρεωτικότητα και προκρίνουν ένα σύστημα κινήτρων για εθελοντική συμμετοχή.
Το ΚΕΒΕ υποστηρίζει τη διατήρηση του εθελοντικού χαρακτήρα των Ταμείων Προνοίας, ενώ η ΟΕΒ εκτιμά ότι μπορούν να δοθούν ισχυρότερα φορολογικά ή άλλα κίνητρα ώστε να αυξηθεί η συμμετοχή των εργαζομένων, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα.
Από την άλλη, οι συντεχνίες θεωρούν ότι χωρίς έναν ισχυρό δεύτερο πυλώνα η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη.
Το ζήτημα, επομένως, μετατρέπεται σε ένα από τα βασικότερα σημεία πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης που θα κληθούν να διαχειριστούν Κυβέρνηση, εργοδότες και εργαζόμενοι.
Επενδυτική πολιτική και κρατικός δανεισμός
Ανοικτό παραμένει και το κεφάλαιο της επενδυτικής πολιτικής του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η ΔΕΟΚ ζητά περισσότερες εξηγήσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιούνται τα μελλοντικά πλεονάσματα του Ταμείου, αλλά και για τον τρόπο επιστροφής των χρημάτων που έχει δανειστεί το κράτος.
Ο Πρόεδρος της ΔΕΟΚ, Στέλιος Χριστοδούλου, υπογραμμίζει ότι η επενδυτική πολιτική αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη μελλοντική ευρωστία του Ταμείου και, κατ’ επέκταση, για την ικανότητά του να ανταποκριθεί στις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις.
Για τον λόγο αυτό ζητείται η παρουσία του Υπουργού Οικονομικών στην επόμενη φάση των διαβουλεύσεων, ώστε να δοθούν περαιτέρω απαντήσεις.
Σύνταξη χηρείας και ανικανότητας στο τραπέζι
Παράλληλα, οι συντεχνίες επαναφέρουν ζητήματα που αφορούν τη σύνταξη χηρείας, ιδιαίτερα για άνδρες που δεν καλύπτονται από τις υφιστάμενες ρυθμίσεις πριν από το 2018.
Οι οργανώσεις των εργαζομένων θεωρούν ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δημιουργεί ανισότητες και ζητούν αποκατάσταση της αδικίας.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης το θέμα των συντάξεων ανικανότητας, με τις συντεχνίες να ζητούν συνολική αξιολόγηση των προτεινόμενων αλλαγών.
Οι κοινωνικοί εταίροι κρατούν αποστάσεις από τις τελικές θέσεις
Παρά τις θετικές αναφορές στην ανάγκη εκσυγχρονισμού του συστήματος, οι κοινωνικοί εταίροι αποφεύγουν προς το παρόν να δώσουν λευκή επιταγή στην Κυβέρνηση.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΚΕΒΕ, Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης, υπογράμμισε την ανάγκη υπομονής και ενδελεχούς μελέτης του νομοσχεδίου, ενώ ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ, Μιχάλης Αντωνίου, προειδοποίησε ουσιαστικά ότι οι λεπτομέρειες είναι αυτές που θα κρίνουν την τελική στάση των οργανώσεων.
Η ΠΕΟ και η ΣΕΚ επισημαίνουν ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά κενά, ενώ η ΔΕΟΚ ζητά περαιτέρω διευκρινίσεις σε ζητήματα που αφορούν τόσο τη χρηματοδότηση όσο και την επενδυτική πολιτική.
Ο Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ, Ανδρέας Μάτσας, έχει καταστήσει σαφές ότι, μέχρι στιγμής, δεν έχουν κατατεθεί ολοκληρωμένες προτάσεις που να προσεγγίζουν συνολικά τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Κρίσιμες οι επόμενες εβδομάδες
Οι κοινωνικοί εταίροι αναμένεται να επανέλθουν με συγκεκριμένες θέσεις, εισηγήσεις και ερωτήματα, με την επόμενη φάση του διαλόγου να θεωρείται καθοριστική.
Η Κυβέρνηση επιδιώκει την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου και την έναρξη εφαρμογής του από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Το χρονοδιάγραμμα, ωστόσο, θεωρείται ιδιαίτερα πιεστικό από τις συντεχνίες, καθώς οι τελικές θέσεις θα πρέπει να περάσουν από τα συλλογικά όργανα των οργανώσεων.
Το πολιτικό στοίχημα πλέον δεν είναι μόνο η ψήφιση μιας νέας νομοθεσίας. Είναι κατά πόσο η Κυβέρνηση θα καταφέρει να πετύχει μια μεταρρύθμιση με ευρύτερη κοινωνική συναίνεση, χωρίς να διαταραχθεί η ισορροπία μεταξύ αυξημένων συνταξιοδοτικών παροχών, βιωσιμότητας του Ταμείου και δημοσιονομικού κόστους.
Και ενώ οι αυξήσεις και η μείωση του πέναλτι δημιουργούν προσδοκίες σε χιλιάδες ασφαλισμένους, τα Ταμεία Προνοίας, η στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων και η χρηματοδότηση της μεταρρύθμισης παραμένουν τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά «αγκάθια» που θα κρίνουν την επόμενη ημέρα.


