Ένα πρωινό του Αυγούστου του 1998, ο Άντι Μπέχτολσχαϊμ, συνιδρυτής της Sun Microsystems, στέκεται στη βεράντα του σπιτιού ενός καθηγητή του Stanford. Μπροστά του, δύο νεαροί διδακτορικοί φοιτητές τού παρουσιάζουν μια μηχανή αναζήτησης που έχουν κατασκευάσει μέσα στα δωμάτια της πανεπιστημιούπολης.
Ο Μπέχτολσχαϊμ παρακολουθεί για λίγα λεπτά την επίδειξη. Δεν χρειάζεται επιχειρηματικό σχέδιο εκατοντάδων σελίδων ούτε μακρές διαπραγματεύσεις. Αντιλαμβάνεται ότι η τεχνολογία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βρίσκουν πληροφορίες στο Διαδίκτυο.
Βγάζει το μπλοκ επιταγών του και γράφει το ποσό των 100.000 δολαρίων. Δικαιούχος: «Google Inc.». Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα. Η Google Inc. δεν υπάρχει. Η εταιρεία δεν έχει ιδρυθεί.
Ο Λάρι Πέιτζ και ο Σεργκέι Μπριν δεν μπορούν να καταθέσουν την επιταγή σε προσωπικό λογαριασμό. Για να αποκτήσουν πρόσβαση στα πρώτα σοβαρά κεφάλαια της επιχείρησής τους, πρέπει πρώτα να δημιουργήσουν την ίδια την επιχείρηση.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της Google, αυτό συμβαίνει στις 4 Σεπτεμβρίου 1998. Η επιταγή δεν γεννά την τεχνολογία. Τους αναγκάζει, όμως, να μετατρέψουν ένα πανεπιστημιακό πείραμα σε εταιρεία.
Η μηχανή που μετρούσε την αξιοπιστία
Ο Πέιτζ και ο Μπριν γνωρίζονται στο Stanford το 1995. Αρχικά, δεν συμπαθούν ιδιαίτερα ο ένας τον άλλο. Διαφωνούν σχεδόν για τα πάντα, αλλά σύντομα ανακαλύπτουν ότι μοιράζονται την ίδια εμμονή: πώς μπορεί να οργανωθεί ο τεράστιος και ταχύτατα αναπτυσσόμενος όγκος πληροφοριών του Διαδικτύου;
Οι μηχανές αναζήτησης της εποχής λειτουργούν κυρίως σαν απλοί κατάλογοι. Εντοπίζουν πόσες φορές εμφανίζεται μια λέξη μέσα σε μια ιστοσελίδα, χωρίς να μπορούν να κρίνουν αν το αποτέλεσμα είναι αξιόπιστο, χρήσιμο ή σημαντικό. Μια σελίδα γεμάτη επαναλήψεις μιας δημοφιλούς λέξης μπορεί να εμφανιστεί ψηλότερα από μια πραγματικά έγκυρη πηγή.
Ο Πέιτζ αντιμετωπίζει τον Παγκόσμιο Ιστό σαν ένα τεράστιο ακαδημαϊκό σύστημα παραπομπών. Στην επιστήμη, η σημασία μιας μελέτης δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενό της, αλλά και από το πόσοι άλλοι ερευνητές την επικαλούνται — και από το κύρος εκείνων που την επικαλούνται.
Γιατί να μη λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο και οι ιστοσελίδες;
Το πρώτο σύστημα ονομάζεται BackRub, επειδή αναλύει τους συνδέσμους που «δείχνουν προς τα πίσω» σε κάθε σελίδα. Σταδιακά εξελίσσεται στο PageRank, έναν αλγόριθμο που δεν μετρά απλώς τους συνδέσμους, αλλά επιχειρεί να υπολογίσει την ποιότητά τους. Ένας σύνδεσμος από μια σημαντική ιστοσελίδα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από δεκάδες συνδέσμους άγνωστης προέλευσης.
Το πρωτότυπο που παρουσιάζουν οι δύο φοιτητές μπορεί ήδη να αναζητήσει πληροφορίες σε τουλάχιστον 24 εκατομμύρια ιστοσελίδες. Τα αποτελέσματά του είναι τόσο εντυπωσιακά, ώστε η κίνηση που δημιουργεί αρχίζει να επιβαρύνει το δίκτυο του Stanford.
Ένα ορθογραφικό λάθος γίνεται παγκόσμιο brand
Το όνομα BackRub δεν είναι κατάλληλο για μια υπηρεσία που φιλοδοξεί να οργανώσει ολόκληρο το Διαδίκτυο. Το 1997, η ομάδα αναζητεί κάτι που να αποδίδει το ασύλληπτο μέγεθος των πληροφοριών που θέλει να ταξινομήσει.
Κάποιος προτείνει τη λέξη googol, τον μαθηματικό όρο για τον αριθμό 1 ακολουθούμενο από 100 μηδενικά. Κατά την αναζήτηση διαθέσιμου domain, όμως, η λέξη γράφεται κατά λάθος ως Google.
Το λάθος αρέσει στον Πέιτζ. Είναι σύντομο, εύηχο και δεν θυμίζει καμία άλλη εταιρεία. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1997 κατοχυρώνεται το google.com. Μια ανορθόγραφη μαθηματική έννοια πρόκειται να γίνει ρήμα σε δεκάδες γλώσσες.
Η επιταγή προς μια ανύπαρκτη εταιρεία
Μέχρι το καλοκαίρι του 1998, ο Πέιτζ και ο Μπριν εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη δημιουργία τους περισσότερο ως ερευνητικό πρόγραμμα παρά ως μελλοντική αυτοκρατορία.
Εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο να πουλήσουν την τεχνολογία τους σε κάποια από τις υπάρχουσες διαδικτυακές εταιρείες. Οι περισσότερες, όμως, δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Την εποχή εκείνη, οι μεγάλες διαδικτυακές πύλες θέλουν τους επισκέπτες να παραμένουν όσο περισσότερο γίνεται στις σελίδες τους. Μια μηχανή που βρίσκει γρήγορα τη σωστή απάντηση και στέλνει αμέσως τον χρήστη αλλού μοιάζει σχεδόν με κακή επιχειρηματική ιδέα.
Ο Μπέχτολσχαϊμ βλέπει κάτι διαφορετικό. Βλέπει ότι όποιος οργανώσει καλύτερα την πληροφορία μπορεί να γίνει η κεντρική πύλη προς ολόκληρο το Διαδίκτυο.
Η επιταγή του κάνει την ίδρυση της εταιρείας επείγουσα. Ο Πέιτζ και ο Μπριν συγκεντρώνουν τα απαραίτητα έγγραφα, βρίσκουν και άλλους πρώτους επενδυτές και δημιουργούν τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της νέας Google Inc.
Μια επιχειρηματική απόφαση που θα επηρεάσει δισεκατομμύρια ανθρώπους ξεκινά από ένα πρακτικό εμπόδιο: κανένας τραπεζίτης δεν μπορεί να καταθέσει χρήματα σε μια εταιρεία που δεν υπάρχει.
Το γκαράζ, τα Lego και το πρώτο κεφάλαιο
Λίγο αργότερα, η νεοσύστατη εταιρεία εγκαταλείπει τα δωμάτια του Stanford και μεταφέρεται στο γκαράζ της Σούζαν Γουόιτσίσκι στο Μένλο Παρκ της Καλιφόρνιας. Η Γουόιτσίσκι, η οποία αργότερα θα γίνει μία από τις σημαντικότερες μορφές της Google και επικεφαλής του YouTube, νοικιάζει τον χώρο στους δύο ιδρυτές για να καλύπτει μέρος του στεγαστικού της δανείου.
Το σκηνικό δεν θυμίζει εταιρεία που προορίζεται να κυριαρχήσει στην ψηφιακή οικονομία. Υπάρχουν φθηνοί υπολογιστές, καλώδια, ένα τραπέζι πινγκ πονγκ και αυτοσχέδιες κατασκευές. Οι πρώτοι διακομιστές συναρμολογούνται με οικονομικά εξαρτήματα, ενώ μία από τις μονάδες αποθήκευσης τοποθετείται σε περίβλημα κατασκευασμένο από πολύχρωμα τουβλάκια Lego.
Οι δύο ιδρυτές δεν διαθέτουν αρκετά χρήματα για ακριβούς υπερυπολογιστές. Μετατρέπουν έτσι τον περιορισμό σε τεχνική φιλοσοφία: αντί για μία πανίσχυρη μηχανή, χρησιμοποιούν πολλούς φθηνούς υπολογιστές που συνεργάζονται. Αυτή η προσέγγιση θα αποτελέσει αργότερα τη βάση της υποδομής με την οποία η Google θα διαχειρίζεται τεράστιους όγκους δεδομένων.
Το ίδιο το PageRank, πάντως, δεν ανήκει αρχικά στην εταιρεία. Η σχετική πατέντα κατοχυρώνεται από το Stanford, το οποίο παραχωρεί στην Google μακροχρόνια άδεια χρήσης. Ένα πανεπιστημιακό ερευνητικό αποτέλεσμα μετατρέπεται έτσι σε έναν από τους πιο πολύτιμους εμπορικούς αλγορίθμους της εποχής.
Η δωρεάν υπηρεσία που εμπορευματοποίησε την πρόθεση
Το μεγάλο επιχειρηματικό ερώτημα παραμένει: πώς μπορεί μια δωρεάν μηχανή αναζήτησης να βγάλει χρήματα;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην πώληση της πληροφορίας, αλλά στη στιγμή κατά την οποία ο χρήστης την αναζητεί.
Κάποιος που πληκτρολογεί «ξενοδοχείο στο Λονδίνο», «ασφάλιση αυτοκινήτου» ή «αγορά υπολογιστή» δεν αποκαλύπτει απλώς ένα ενδιαφέρον. Εκφράζει πρόθεση. Και η πρόθεση αυτή έχει τεράστια εμπορική αξία.
Το 2000 η Google λανσάρει το AdWords, συνδέοντας τις αναζητήσεις με σχετικές διαφημίσεις. Αντί να γεμίζει την οθόνη με άσχετα banners, προσπαθεί να εμφανίζει εμπορικά μηνύματα που ταιριάζουν με αυτό που ζητά ήδη ο χρήστης.
Η ανακάλυψη είναι οικονομικά εκρηκτική: η εταιρεία δεν χρειάζεται να χρεώνει τους ανθρώπους για την αναζήτηση. Μπορεί να προσφέρει δωρεάν την υπηρεσία, να προσελκύει όλο και περισσότερους χρήστες και να πουλά στις επιχειρήσεις πρόσβαση στη στιγμή της επιθυμίας τους.
Η Google δεν δημιουργεί απλώς μια καλύτερη μηχανή αναζήτησης. Κατασκευάζει μια παγκόσμια αγορά στην οποία κάθε ερώτηση μπορεί να αποκτήσει διαφημιστική τιμή.
Τα γενέθλια που δεν βρίσκει ούτε η Google
Υπάρχει, πάντως, μια ειρωνική λεπτομέρεια: η εταιρεία που έγινε συνώνυμη με την αναζήτηση δεν διαθέτει μία αδιαμφισβήτητη ημερομηνία γέννησης.
Η ίδια η Google αναφέρει ότι η Google Inc. ιδρύθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1998. Οι εταιρικές καταθέσεις στις αμερικανικές εποπτικές αρχές επιβεβαιώνουν τον Σεπτέμβριο του 1998, χωρίς να δίνουν συγκεκριμένη ημέρα. Ιστορικό του Stanford τοποθετεί την επίσημη ενσωμάτωση στις 7 Σεπτεμβρίου, ενώ η εταιρεία γιορτάζει εδώ και χρόνια τα γενέθλιά της στις 27 Σεπτεμβρίου.
Θα μπορούσε επίσης να επιλεγεί ο Αύγουστος του 1996, όταν το πρώτο σύστημα εμφανίζεται στο δίκτυο του Stanford, ή η 15η Σεπτεμβρίου 1997, όταν κατοχυρώνεται το domain. Η ίδια η Google παραδέχεται ότι η ακριβής ημερομηνία των γενεθλίων της έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης.
Η αβεβαιότητα δεν αποδυναμώνει την ιστορία της 4ης Σεπτεμβρίου. Την κάνει πιο αποκαλυπτική. Οι μεγάλες εταιρείες σπάνια γεννιούνται σε μία και μοναδική στιγμή. Προηγούνται χρόνια δοκιμών, αποτυχιών, λανθασμένων ονομάτων και ιδεών που κανείς δεν θεωρεί ακόμη εμπορικές.
Η επιταγή των 100.000 δολαρίων δεν δημιούργησε τον αλγόριθμο. Έκανε, όμως, δύο ερευνητές ιδρυτές, ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα εταιρεία και μια τεχνική ανακάλυψη επιχειρηματικό στοίχημα.
Η εταιρεία που θα επιχειρούσε να απαντήσει σε κάθε ερώτηση του κόσμου ξεκίνησε από μία εξαιρετικά πεζή απορία: Πώς εξαργυρώνεις μια επιταγή γραμμένη στο όνομα μιας εταιρείας που δεν υπάρχει;
Πηγή: naftemporiki.gr