Με απόφαση που εξέδωσε σήμερα (10/9) το Ανώτατο έκρινε ότι ο αιτητής κατέδειξε, στο παρόν στάδιο, εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοσή του και χωρίς να αποκαλυφθούν στο κατώτερο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα. Στην απόφαση διευκρινίζεται παράλληλα ότι ζήτημα δόλου δεν προκύπτει.
Η απόφαση αφορά το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Ο Σάββας Κάκος προσέφυγε στο Ανώτατο ζητώντας άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις έκδοσης του εντάλματος, ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο και ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας.
Οι έντεκα υπό διερεύνηση υποθέσεις
Όπως καταγράφεται στην απόφαση, η Αστυνομία διερευνούσε εναντίον του αιτητή έντεκα υποθέσεις που αφορούσαν επενδύσεις σε ακίνητα, στο πλαίσιο των οποίων φερόταν να είχε διαπράξει διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και απάτη, ενεργώντας για εταιρείες του Ομίλου Quality.
Οι καταγγελίες υποβλήθηκαν από διαφορετικούς παραπονούμενους κατά την περίοδο από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026, με την τελευταία να καταχωρίζεται στις 15 Ιουλίου 2026, λίγες ημέρες πριν από την έκδοση των ενταλμάτων.
Την ίδια ημέρα και στη βάση του ίδιου αστυνομικού όρκου εκδόθηκε επίσης ένταλμα έρευνας των γραφείων του Ομίλου Εταιρειών Quality, του οποίου ο Σάββας Κάκος είναι ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος. Για το ένταλμα έρευνας έχει καταχωριστεί ξεχωριστή αίτηση ενώπιον του Ανωτάτου.
Βασική θέση του αιτητή ήταν ότι γνώριζε από καιρό για τις καταγγελίες που διερευνούσε η Αστυνομία και ότι εάν είχε πρόθεση να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει ή να αποκρύψει τεκμήρια, θα μπορούσε να το είχε πράξει προηγουμένως.
Υποστήριξε περαιτέρω ότι περιστάσεις οι οποίες καταδείκνυαν ότι γνώριζε από καιρό για τη διερεύνηση των καταγγελιών δεν είχαν εκτεθεί στον αστυνομικό όρκο και, συνεπώς, δεν είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου. Κατά τη θέση του, εάν το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του τα συγκεκριμένα δεδομένα, θα μπορούσε να είχε ενεργήσει διαφορετικά.
Προέβαλε επίσης ότι, από τη στιγμή που είχε εκδοθεί ένταλμα έρευνας για τον χώρο όπου θεωρείτο ότι φυλάσσονταν τα αναζητούμενα τεκμήρια, αυτά μπορούσαν να κατασχεθούν από την Αστυνομία, χωρίς να έχει ο ίδιος τη δυνατότητα να τα καταστρέψει ή να τα αποκρύψει μεταφέροντάς τα αλλού.
Η κρίση του Ανωτάτου
Αξιολογώντας τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης για άδεια, το Ανώτατο διαπίστωσε ότι καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση ως προς τη νομιμότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχει συζητήσιμο ζήτημα ως προς το κατά πόσο το ένταλμα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής του και χωρίς να έχουν αποκαλυφθεί στο κατώτερο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα. Το Ανώτατο σημείωσε ρητά ότι από τα ενώπιόν του δεδομένα δεν προκύπτει ζήτημα δόλου.
Ως εκ τούτου, παραχώρησε στον Σάββα Κάκο άδεια να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με την οποία θα ζητεί την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης.
Τον αιτητή εκπροσώπησαν ενώπιον του Ανωτάτου οι Α. Δημητρίου, Χ. Αλεξάνδρου και Χ. Πέτρου, για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ.