Οι άνθρωποι των μέσων του 20ού αιώνα ήξεραν να στήνουν πάρτι, με τα καλά και τα κακά τους. Ως το 1975, όπως σημειώνει το Vox, οι μισοί Αμερικανοί δήλωναν ότι φιλοξενούσαν καλεσμένους στο σπίτι τους κάθε μήνα. Μετά κάτι άλλαξε. Οι Αμερικανοί σταμάτησαν να κάνουν πάρτι και, πιο ουσιαστικά, σταμάτησαν να επισκέπτονται ο ένας τον άλλον.
Από το 1975 έως το 1998, το ποσοστό όσων έδιναν ή παρακολουθούσαν ένα δείπνο σε σπίτι μία φορά τον μήνα μειώθηκε στο μισό, ενώ το ποσοστό όσων δεν φιλοξενούσαν ποτέ κανέναν τριπλασιάστηκε. Σύμφωνα με τα στοιχεία των ερευνών DDB Needham Life Style, η πτώση της εκκλησιαστικής προσέλευσης, για την οποία οι κριτικοί του πολιτισμού συχνά θρηνούν, μοιάζει μέτρια μπροστά στην κατάρρευση της φιλοξενίας.
Το τέλος του οικοδεσπότη
Το 2000, στο βιβλίο του «Bowling Alone», ο Ρόμπερτ Πάτναμ προειδοποιούσε ότι, αν συνεχιζόταν αυτή η τάση, η αρχαία πρακτική των επισκέψεων σε φίλους θα μπορούσε να εξαφανιστεί εντελώς από την αμερικανική ζωή μέσα σε λιγότερο από μία γενιά. Μία γενιά και κάτι αργότερα, ο οργανισμός δημοσκοπήσεων Data for Progress επανέλαβε τις ίδιες έρευνες για να έχει συγκρίσιμα στοιχεία.
Γιατί άδειασαν τα σαλόνια
Τα αποτελέσματα, όπως γράφει ο δημοσιογράφος Ντέρεκ Τόμπσον στο The Atlantic, είναι τόσο σκληρά όσο θα περίμενε κανείς. Τα τελευταία 30 χρόνια, σχεδόν κάθε δείκτης κοινωνικότητας έχει υποχωρήσει με διψήφια ποσοστά. Οι Αμερικανοί παίζουν λιγότερα χαρτιά, πηγαίνουν λιγότερο σε αθλητικούς αγώνες και μπαρ, κάνουν λιγότερο εθελοντισμό.
Από το 1995, το ποσοστό όσων έχουν φιλοξενήσει καλεσμένους ή έχουν πάει σε δείπνο σε σπίτι έπεσε από 88% σε 67%. Αν συνδυαστούν οι δύο έρευνες, προκύπτει ένα εντυπωσιακό στοιχείο: το ποσοστό των Αμερικανών που φιλοξενούν φίλους ή συγγενείς τουλάχιστον μία φορά τον μήνα έπεσε από 42% το 1975 σε 12% το 2026, κατάρρευση 70% μέσα σε μισό αιώνα.
Ορισμένες εύκολες εξηγήσεις δεν στέκουν. Οι συναντήσεις δεν μεταφέρθηκαν απλώς στα εστιατόρια και τα μπαρ: η κοινωνικότητα πρόσωπο με πρόσωπο έχει μειωθεί συνολικά, ενώ ο κλάδος της εστίασης καταγράφει απότομη αύξηση των ανθρώπων που τρώνε μόνοι.
Οι Αμερικανοί πηγαίνουν σήμερα περισσότερο σε συναυλίες, ταξιδεύουν και γυμνάζονται, αλλά η άσκηση είναι κυρίως μοναχική, με ένα podcast για συντροφιά ή ένα στρώμα γιόγκα στο υπόγειο. Και κυρίως, ο χρόνος που περνούν στο σπίτι έχει εκτοξευθεί από τη δεκαετία του 2010.
Ο Τόμπσον προτείνει τέσσερις εξηγήσεις. Η πρώτη είναι ότι οι άνθρωποι είναι πιο πιεσμένοι, ιδίως στα νοικοκυριά όπου εργάζονται και οι δύο σύζυγοι. Ήδη από το 1970, ο Σουηδός οικονομολόγος Στάφαν Μπούρενσταμ Λίντερ έγραφε ότι, όσο πλουτίζει μια κοινωνία, ο ελεύθερος χρόνος αποκτά τον φρενήρη ρυθμό της δουλειάς. Μια σειρά στο Netflix στις εννιά το βράδυ, που την παρακολουθείς μισοαφηρημένα απαντώντας σε email, ταιριάζει σε αυτή τη λογική. Ένα πολύωρο δείπνο που απαιτεί συντονισμό με άλλους πολυάσχολους ανθρώπους, πολύ λιγότερο.
Ο ίδιος ο Τόμπσον και η σύζυγός του λατρεύουν να οργανώνουν τραπέζια, παραδέχεται όμως ότι είναι μια ολόκληρη επιχείρηση: σχεδιασμός, ψώνια, παιδιά, μπέιμπι σίτερ, ποιος τρώει μελιτζάνα, ποιος έχει δυσανεξία στη γλουτένη. Είναι ένα είδος υλικοτεχνικής επίλυσης προβλημάτων που μοιάζει πολύ με τη δουλειά γραφείου, και όταν και οι δύο γονείς είναι ήδη πνιγμένοι σε τέτοια δουλειά, είναι δύσκολο να αναλάβουν και τον ρόλο του απλήρωτου διοργανωτή. Παράλληλα, οι γυναίκες, που ιστορικά κρατούσαν το κοινωνικό ημερολόγιο της οικογένειας, μπήκαν μαζικά στην αγορά εργασίας στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, και οι άνδρες δεν κάλυψαν το κενό.
Η δεύτερη εξήγηση είναι η εντατική ανατροφή των παιδιών. Σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους Λιάνα Σέιερ, Σουζάν Μπιάνκι και Τζον Ρόμπινσον, από το 1975 έως το 1998 οι μητέρες αύξησαν τον χρόνο που περνούσαν με τα παιδιά τους κατά περίπου 200 λεπτά την εβδομάδα, και η τάση συνεχίστηκε. Για τους παντρεμένους πατέρες η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Τα βράδια που κάποτε ανήκαν στους φίλους ανήκουν πλέον στο μπάνιο, το διάβασμα και τις μετακινήσεις των παιδιών.
Η τρίτη είναι ότι τα δίκτυα φιλίας συρρικνώνονται, κυρίως για τους φτωχότερους και τους ανύπαντρους. Για να στήσεις ένα δείπνο χρειάζεσαι τραπέζι, καρέκλες, φαγητό και, πάνω απ' όλα, φίλους. Ο μέσος αριθμός στενών φίλων μειώνεται με κάθε γενιά, και περισσότερο σε όσους δεν έχουν πτυχίο.
Σύμφωνα με το Data for Progress, οι δύο ομάδες που δήλωσαν συχνότερα ότι δεν φιλοξένησαν κανέναν την προηγούμενη χρονιά ήταν οι πολιτικά ανεξάρτητοι (44%) και όσοι δεν έχουν πανεπιστημιακό δίπλωμα (39%). Ο Τόμπσον αναρωτιέται μάλιστα αν οι άνθρωποι που δεν είναι ενταγμένοι σε ισχυρά κοινωνικά δίκτυα απομακρύνονται και από κάθε είδους ομάδα, ακόμη και από τα κόμματα.
Η τέταρτη εξήγηση είναι ότι η μοναξιά στο σπίτι έχει γίνει πολύ ευχάριστη. Από το 2003 έως το 2022, ο μέσος χρόνος που περνούν οι Αμερικανοί στο σπίτι αυξήθηκε κατά σχεδόν δύο ώρες την ημέρα. Επί διακόσια χρόνια φοβόμασταν ότι οι μηχανές θα έκαναν περιττή την ανθρώπινη εργασία, κάτι που δεν συνέβη. Τον τελευταίο μισό αιώνα όμως έκαναν κάτι πιο παράξενο: έκαναν τους άλλους ανθρώπους λιγότερο απαραίτητους για τη διασκέδασή μας. Σε σύγκριση με το TikTok, γράφει ο Τόμπσον, ένα δείπνο είναι μια... απαίσια τεχνολογία αναψυχής. Απαιτεί συντονισμό προγραμμάτων, καθάρισμα, ψώνια, αμηχανία και το ρίσκο μιας μέτριας βραδιάς. Η τηλεόραση δεν ζητά τίποτα, και το TikTok ακόμη λιγότερο.
Πηγή: iefimerida.gr