Η συνάντηση, η τέταρτη μέσα σε δύο μήνες, πραγματοποιείται σε μια περίοδο, κατά την οποία η Λευκωσία, κάνει λόγο για παράθυρο ευκαιρίας, χωρίς ωστόσο να έχουν αρθεί οι διαφωνίες που εξακολουθούν να εμποδίζουν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Στο επίκεντρο, αναμένεται να βρεθούν οι 19 εισηγήσεις, που υπέβαλε ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης στην προηγούμενη συνάντησή του, με τον κατοχικό ηγέτη, καθώς και το ζήτημα του εγγράφου καταγραφής των συγκλίσεων. Πρόκειται, για δύο αλληλένδετα θέματα, τα οποία αγγίζουν τόσο την ουσία της διαπραγματευτικής διαδικασίας, όσο και τη μεθοδολογία, που θα μπορούσε να οδηγήσει, στην επανέναρξή της.
Οι 19 προτάσεις και η αναζήτηση διεξόδου
Η κυπριακή κυβέρνηση, προσέρχεται στη συνάντηση, επιδιώκοντας συγκεκριμένη συζήτηση επί των 19 προτάσεων, τις οποίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει ήδη παρουσιάσει στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και στην προσωπική απεσταλμένη του, Μαρία Άνχελα Ολγκίν. Σύμφωνα με τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Κωνσταντίνο Λετυμπιώτη, οι εισηγήσεις αφορούν και τους τρεις βασικούς πυλώνες που βρίσκονται στο τραπέζι: τη μεθοδολογία, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και την ουσία του Κυπριακού.
Η Λευκωσία θεωρεί ότι, οι προτάσεις μπορούν να συμβάλουν στην υπέρβαση της στασιμότητας, προσφέροντας πεδίο ανταλλαγής απόψεων και αναζήτησης κοινά αποδεκτών βημάτων. Ο Έρχιουρμαν, είχε επιφυλαχθεί να τοποθετηθεί, αφού μελετήσει τις εισηγήσεις, χωρίς να τις αποδεχθεί, ή να τις απορρίψει, κατά την προηγούμενη συνάντηση. Ως εκ τούτου, η σημερινή συζήτηση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ελληνοκυπριακή πλευρά, αναμένει να ακούσει τις θέσεις της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, επί συγκεκριμένων σημείων.
Η κυβέρνηση. υπογραμμίζει ότι κάθε πρωτοβουλία, πρέπει να κινείται εντός του πλαισίου των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των συγκλίσεων, που έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, έχει δηλώσει ότι είναι διατεθειμένος να εξετάσει συμβιβασμούς, που μπορούν να οδηγήσουν σε βιώσιμη λύση, απορρίπτοντας, ωστόσο, την ιδέα υποχωρήσεων χωρίς συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Το έγγραφο των συγκλίσεων στο επίκεντρο της διαφωνίας
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θα μπορούσαν να απασχολήσουν τη συνάντηση, αφορά την ολοκλήρωση της καταγραφής των συγκλίσεων, από τα Ηνωμένα Έθνη και το πότε αυτή θα δοθεί στις πλευρές.
Σύμφωνα με την ενημέρωση της κυπριακής κυβέρνησης, η καταγραφή έχει ολοκληρωθεί, ωστόσο το έγγραφο, δεν έχει ακόμη διανεμηθεί. Η θέση της Λευκωσίας είναι ότι πρέπει να δοθεί σε όλα τα μέρη, πριν από την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, ώστε να υπάρξει κοινή θεώρηση των συγκλίσεων και να διασφαλιστεί η διαφύλαξη, του διαπραγματευτικού κεκτημένου.
Η προσέγγιση αυτή, δεν φαίνεται να υιοθετείται, από την άλλη πλευρά. Ο κατοχικός ηγέτης και η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα, έχουν εκφράσει τη θέση ότι το έγγραφο, δεν θα πρέπει να δοθεί, πριν από την επανέναρξη των συνομιλιών. Η διαφωνία αφορά, συνεπώς, όχι μόνο τον χρόνο κοινοποίησης του εγγράφου, αλλά και τον τρόπο, με τον οποίο θα διασφαλιστεί ότι οι προηγούμενες συγκλίσεις, θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς, για τη νέα προσπάθεια.
Η Λευκωσία επιμένει, ότι η έγκαιρη διάθεση του εγγράφου, μπορεί να διευκολύνει τη διαδικασία. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο, να συζητήσει το θέμα, τόσο με τα Ηνωμένα Έθνη, όσο και με τον κατοχικό ηγέτη.
Τα σημεία διέλευσης και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης
Πέρα από τη μεθοδολογία και την ουσία των συνομιλιών, στο τραπέζι, βρίσκονται και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, με τα σημεία διέλευσης, να αποτελούν ένα πιθανό πεδίο πρακτικής προόδου.
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, ανέφερε ότι αποτελέσματα, θα μπορούσαν να επιτευχθούν ακόμη και στο ζήτημα των οδοφραγμάτων, εφόσον υπάρχει η απαραίτητη, πολιτική βούληση. Η αναφορά αυτή, καταδεικνύει ότι η Λευκωσία, δεν περιορίζει τις προσδοκίες της αποκλειστικά σε μια συνολική συμφωνία, για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, αλλά επιδιώκει και συγκεκριμένα βήματα, που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
Παράλληλα, δημοσιεύματα, έχουν συνδέσει μέρος των 19 προτάσεων με ζητήματα που αφορούν την Αμμόχωστο και το λιμάνι της. Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος ωστόσο, απέφυγε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει πληροφορίες, για το περιεχόμενο των εισηγήσεων, επικαλούμενη την ανάγκη σεβασμού του διαλόγου με την τουρκοκυπριακή πλευρά.
Ο ρόλος του ΟΗΕ, της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η προσπάθεια για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις επαφές των δύο ηγετών. Τα Ηνωμένα Έθνη, εξακολουθούν να διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο, ενώ η στάση της Τουρκίας παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την πορεία του Κυπριακού.
Η Λευκωσία, επιδιώκει να αξιοποιήσει το χρονικό περιθώριο που απομένει, κατά τη θητεία του νυν Γενικού Γραμματέα, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος έχει εκφράσει ενδιαφέρον, για την προώθηση της διαδικασίας. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η επιμονή της τουρκικής πλευράς στη λύση δύο κρατών, αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο, καθώς η συγκεκριμένη προσέγγιση βρίσκεται σε αντίθεση, με το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης, που απορρέει από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Σημαντική θεωρείται επίσης η δυνατότητα ενεργότερης εμπλοκής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, έχει αναφερθεί στον ρόλο του Ευρωπαίου Ειδικού Απεσταλμένου για το Κυπριακό, Ραφαέλε Φίτο, συνδέοντας τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, με τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Η ευρωπαϊκή διάσταση, μπορεί να προσφέρει πρόσθετα εργαλεία και κίνητρα, χωρίς να υποκαθιστά τον ρόλο των Ηνωμένων Εθνών.
Το ζητούμενο είναι η συγκεκριμένη πρόοδος
Η συνάντηση, δεν πραγματοποιείται με δεδομένη την επίτευξη συμφωνίας. Η σημασία της, θα κριθεί από το κατά πόσο οι δύο ηγέτες, θα μπορέσουν να προχωρήσουν πέρα από τη διατύπωση θέσεων και να εντοπίσουν συγκεκριμένα σημεία, σύγκλισης.
Για τη Λευκωσία, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, από το σημείο όπου διακόπηκαν το 2017. Για να καταστεί αυτό εφικτό, απαιτούνται πολιτική βούληση, ουσιαστικός διάλογος και συμφωνία, σε βασικά διαδικαστικά και πολιτικά ζητήματα.


