Οι συζητήσεις για την επόμενη ημέρα του Δημοκρατικού Συναγερμού, δεν περιορίζονται πλέον στην αναζήτηση του προσώπου, που θα μπορούσε να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας το 2028. Πίσω από τις διεργασίες για την ηγεσία, τις υποψηφιότητες και τις εσωκομματικές ισορροπίες, αναδεικνύεται σταδιακά ένα ευρύτερο ζήτημα στρατηγικής: ποια σχέση επιδιώκει τελικά να έχει ο ΔΗΣΥ, με την κυβέρνηση Νίκου Χριστοδουλίδη;
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς όλο και περισσότερα στελέχη του χώρου εμφανίζονται να βλέπουν θετικά, ή τουλάχιστον να μην αποκλείουν, το ενδεχόμενο συμμετοχής της παράταξης στην κυβερνητική εξουσία. Η προοπτική μιας τέτοιας εξέλιξης, δεν αποτελεί απλώς ζήτημα κατανομής θέσεων, ή πολιτικής συνεννόησης. Αγγίζει τον ίδιο τον ρόλο που θέλει να διαδραματίσει ο Δημοκρατικός Συναγερμός, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη σχέση του, με την εκτελεστική εξουσία.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο αν μπορεί να υπάρξει μια νέα γέφυρα επικοινωνίας, με το Προεδρικό. Είναι κατά πόσο μια τέτοια προσέγγιση, μπορεί να αποκτήσει σαφές πολιτικό περιεχόμενο, χωρίς να προκαλέσει σύγχυση, ως προς τα όρια μεταξύ αντιπολίτευσης, συνεργασίας και συμπολίτευσης.
Αντιπολίτευση με αστερίσκους;
Ο ΔΗΣΥ, βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη πολιτική εξίσωση. Από τη μια πλευρά, καλείται να ασκεί έλεγχο στην κυβέρνηση, να αναδεικνύει αδυναμίες και να καταθέτει εναλλακτικές προτάσεις. Από την άλλη, η συζήτηση για πιθανή συμμετοχή του στο κυβερνητικό σχήμα, δημιουργεί ένα διαφορετικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η αντιπολιτευτική του στάση, ενδέχεται να αξιολογείται και με βάση τις προθέσεις που αποδίδονται σε μερίδα των στελεχών του.
Η προοπτική συνεργασίας με την κυβέρνηση, δεν είναι από μόνη της ασύμβατη, με την πολιτική ταυτότητα ενός κόμματος. Προϋποθέτει, ωστόσο, συγκεκριμένες πολιτικές συμφωνίες, σαφείς όρους και εξηγήσεις, προς τα μέλη και τους ψηφοφόρους του. Διαφορετικά, κινδυνεύει να παραμείνει μια διαρκής συζήτηση χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό, η οποία θα επηρεάζει την αξιοπιστία του κόμματος, ανεξαρτήτως του αν τελικά υλοποιηθεί.
Το ζήτημα, γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, όταν η δημόσια αντιπαράθεση με το Προεδρικό συνυπάρχει με κινήσεις προσέγγισης, ή με δηλώσεις που αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας. Για τον πολίτη που παρακολουθεί τις εξελίξεις, η διάκριση ανάμεσα στη θεσμική συνεννόηση για συγκεκριμένα ζητήματα και στην πολιτική συμπόρευση, δεν είναι πάντοτε αυτονόητη.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την ηγεσία του ΔΗΣΥ: να εξηγήσει τι σημαίνει στην πράξη η σημερινή αντιπολιτευτική του παρουσία και ποιες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη στάση του.
Το δύσκολο ερώτημα των πολιτικών διαφορών
Ακόμη πιο απαιτητικό, είναι το ζήτημα της πολιτικής διαφοροποίησης από τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Ενόψει του 2028, ο ΔΗΣΥ θα κληθεί να παρουσιάσει τη δική του πρόταση, για τη διακυβέρνηση της χώρας και να εξηγήσει στους ψηφοφόρους του, σε ποια σημεία αυτή διαφέρει ουσιαστικά, από την κυβερνητική πολιτική.
Η διαφοροποίηση, δεν μπορεί να περιοριστεί σε γενικές αναφορές περί διαφορετικής φιλοσοφίας, ή σε επιμέρους διαφωνίες που εμφανίζονται κατά καιρούς στην επικαιρότητα. Χρειάζεται να αποτυπωθεί σε συγκεκριμένα πεδία πολιτικής: στην οικονομία και τη δημοσιονομική διαχείριση, στη φορολογία, στη στεγαστική πολιτική, στη μεταρρύθμιση του κράτους, στο Κυπριακό, στην εξωτερική πολιτική και στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι διαφορετικό θα πρότεινε μια διακυβέρνηση με πρωταγωνιστικό ρόλο τον ΔΗΣΥ και πώς οι προτάσεις της, θα απαντούσαν στα προβλήματα των πολιτών, με διαφορετικό τρόπο από τις σημερινές κυβερνητικές επιλογές.
Αν, για παράδειγμα, το κόμμα συμφωνεί με συγκεκριμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες, θα πρέπει να εξηγεί ποιες θεωρεί ορθές και γιατί. Αν διαφωνεί με άλλες, θα πρέπει να παρουσιάζει εναλλακτικές λύσεις, αντί να περιορίζεται στην καταγραφή των προβλημάτων. Και αν θεωρεί ότι ορισμένες πολιτικές δεν ανταποκρίνονται στις προγραμματικές του θέσεις, οφείλει να προσδιορίσει με σαφήνεια το περιεχόμενο της διαφωνίας του.


