Στον Δημοκρατικό Συναγερμό, το 2028 δεν είναι πια μια μακρινή εκλογική αναμέτρηση. Έχει ήδη μετατραπεί σε πεδίο πολιτικών υπολογισμών, εσωκομματικών ισορροπιών και επαναπροσδιορισμού στρατηγικής. Η απόφαση του Αβέρωφ Νεοφύτου, να διεκδικήσει το προεδρικό χρίσμα μέσα από τις διαδικασίες του κόμματος, ενεργοποιεί μια διαδικασία που ξεπερνά τα όρια μιας προσωπικής υποψηφιότητας. Επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα, ποιος μπορεί να εκφράσει τον ΔΗΣΥ, με ποια πολιτική πρόταση και με ποια προοπτική επανασύνδεσης με την κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, η Αννίτα Δημητρίου βρίσκεται μπροστά σε μια σύνθετη δοκιμασία. Δεν αρκεί να διακηρύσσει την ενότητα της παράταξης. Καλείται να αποδείξει ότι, μπορεί να διαχειριστεί μια ανταγωνιστική εσωκομματική διαδικασία, χωρίς να επιτρέψει στις προσωπικές φιλοδοξίες και στις διαφορετικές στρατηγικές, να μετατραπούν σε νέα εστία εσωστρέφειας.
Και πάνω από όλα, υπάρχει ο Νίκος Χριστοδουλίδης. Το ενδεχόμενο συνεννόησης μαζί του, επαναφέρει μια συζήτηση που ο ΔΗΣΥ δεν κατάφερε να κλείσει μετά τις προεδρικές εκλογές του 2023: αν η παράταξη μπορεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας χωρίς να αντιμετωπίσει πρώτα τις αιτίες της ρήξης.
Ο Αβέρωφ δεν ανακοίνωσε απλώς υποψηφιότητα
Η επιλογή του Αβέρωφ Νεοφύτου, να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης των μελών του ΔΗΣΥ, έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Δεν πρόκειται για μια εξωκομματική κίνηση, ούτε για μια προσπάθεια να παρακαμφθούν οι εσωτερικές διαδικασίες. Ο τέως πρόεδρος του κόμματος επιλέγει να διεκδικήσει την επίσημη στήριξη της παράταξης, θέτοντας την πολιτική του πρόταση στην κρίση της κομματικής βάσης.
Αυτό σημαίνει, ότι η πραγματική αναμέτρηση, αρχίζει από την Πινδάρου. Εκεί, θα δοκιμαστούν η απήχηση των υποψηφίων, η δυνατότητά τους να συσπειρώσουν διαφορετικές τάσεις και η ικανότητά τους, να πείσουν ότι διαθέτουν μια πρόταση, με προοπτική, πέρα από τα όρια του κομματικού ακροατηρίου.
Για τον τέως Πρόεδρο του ΔΗΣΥ, η διεκδίκηση αποτελεί μια νέα προσπάθεια να επαναφέρει την πολιτική του πρόταση στο κέντρο της συζήτησης. Για τον ΔΗΣΥ, όμως, το διακύβευμα είναι ευρύτερο: να αποφασίσει εάν η πορεία προς το 2028, θα στηριχθεί κυρίως στην εμπειρία και τη συνέχεια, ή αν θα επιχειρηθεί μια διαφορετική πολιτική επανατοποθέτηση.
Η εξαγγελία, δεν προδικάζει το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Καθιστά, ωστόσο, αναπόφευκτη τη συζήτηση για το τι ακριβώς εκπροσωπεί κάθε υποψηφιότητα και ποια κατεύθυνση προτείνει για την παράταξη.
Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη δοκιμασία για την Αννίτα Δημητρίου. Η πρόεδρος του ΔΗΣΥ, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη διαδικασία, μόνο ως διαχειριστικό ζήτημα. Η ποιότητα του ανταγωνισμού, η ισότιμη λειτουργία των κομματικών μηχανισμών και κυρίως η στάση των υποψηφίων μετά την ανάδειξη του νικητή, θα κρίνουν αν η ενότητα, θα αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο, ή θα παραμείνει μια επαναλαμβανόμενη κομματική διακήρυξη.
Το Βασιλικό και η πολιτική των συμβολισμών
Η επιλογή του Βασιλικού, ως φόντου για την εξαγγελία του Αβέρωφ Νεοφύτου, δεν περνάει απαρατήρητη. Το ανολοκλήρωτο έργο, παραπέμπει σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ενεργειακή πολιτική, τις κρατικές υποδομές και την ικανότητα της πολιτείας να μετατρέπει τις εξαγγελίες σε απτά αποτελέσματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο χώρος αποκτά συμβολικό βάρος. Η αναφορά του Αβέρωφ Νεοφύτου στην ανάγκη αλλαγής πορείας, σε μια ηγεσία που λαμβάνει αποφάσεις και σε ένα κράτος που φέρνει αποτελέσματα, αποκτά διαφορετική διάσταση, όταν συνοδεύεται από την εικόνα ενός έργου που παραμένει ανεκπλήρωτο.
Η πολιτική ανάγνωση είναι αναπόφευκτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα συγκεκριμένη πρόθεση στον ίδιο. Η επιλογή, πάντως, μεταφέρει τη συζήτηση από τις κομματικές ισορροπίες στα προβλήματα της διακυβέρνησης. Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό πεδίο στο οποίο θα κληθούν να κριθούν οι υποψήφιοι.
Ο Αβέρωφ έθεσε στο επίκεντρο την ακρίβεια, το κόστος της ενέργειας και των καυσίμων, το στεγαστικό πρόβλημα των νέων και τη στασιμότητα στο Κυπριακό. Πρόκειται για ζητήματα που δεν αντιμετωπίζονται με συνθήματα ούτε επιλύονται με την ανακοίνωση μιας υποψηφιότητας. Απαιτούν συγκεκριμένες προτάσεις, σαφείς προτεραιότητες και εξηγήσεις για το πώς θα αντιμετωπιστούν προβλήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα.
Το Βασιλικό, συνεπώς, θέτει και ένα ερώτημα προς όλους όσοι διεκδικούν ρόλο στην επόμενη διακυβέρνηση: πόσο πειστικά μπορούν να συνδέσουν τις διακηρύξεις περί αποτελεσματικότητας, με συγκεκριμένες λύσεις; Η πολιτική αντιπαράθεση του 2028, δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος θα περιγράψει καλύτερα τα προβλήματα, αλλά και από το ποιος θα παρουσιάσει εφαρμόσιμες απαντήσεις.
Η Αννίτα και το δίλημμα της δεύτερης Κυριακής
Την ώρα που ο ΔΗΣΥ, ετοιμάζεται να επιλέξει υποψήφιο, η συζήτηση για τη στάση του στον δεύτερο γύρο, αποκαλύπτει μια βαθύτερη αμηχανία στρατηγικής.
Η Αννίτα Δημητρίου, επιμένει ότι ο στόχος είναι η είσοδος του υποψηφίου του κόμματος στον δεύτερο γύρο. Παράλληλα, θεωρεί θεμιτές τις πολιτικές διεργασίες μεταξύ των κομμάτων. Η στάση αυτή, αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια συνεννόησης, χωρίς να δεσμεύει εκ των προτέρων την παράταξη, σε μια συγκεκριμένη συνεργασία.
Η πρόταση του Νίκου Αναστασιάδη για προσυμφωνία μεταξύ του ΔΗΣΥ και του Νίκου Χριστοδουλίδη, επιχειρεί να προλάβει το δίλημμα της δεύτερης Κυριακής. Εάν ο ένας υποψήφιος μείνει εκτός, η πλευρά του, θα στηρίξει εκείνον που θα περάσει, εφόσον απέναντί του, βρίσκεται υποψήφιος που υποστηρίζεται από το ΑΚΕΛ.
Πίσω από την πρόταση, βρίσκεται ένας συγκεκριμένος πολιτικός υπολογισμός: να μην κατακερματιστεί ο ευρύτερος χώρος της κεντροδεξιάς στον δεύτερο γύρο. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η εκλογική συνεννόηση, δεν αποτελεί από μόνη της απάντηση στις πολιτικές και κομματικές διαφωνίες. που προηγήθηκαν.
Γιατί, εάν ο ΔΗΣΥ συζητά ήδη πώς θα στηρίξει τον Νίκο Χριστοδουλίδη ή πώς θα εξασφαλίσει τη στήριξή του, πριν ακόμη επιλέξει τον δικό του υποψήφιο, τότε ανακύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πώς διασφαλίζεται ότι η συζήτηση για τις μελλοντικές συνεργασίες, δεν θα περιορίσει την αυτονομία της σημερινής διεκδίκησης;
Η Αννίτα Δημητρίου, καλείται να κρατήσει τις ισορροπίες, χωρίς να αφήσει την παράταξη να εγκλωβιστεί σε πρόωρους σχεδιασμούς. Η αυτονομία του ΔΗΣΥ, δεν κρίνεται μόνο από το αν θα κατέλθει με δικό του υποψήφιο, αλλά και από το αν θα καταφέρει να διαμορφώσει πολιτική πρόταση, που να μην εξαρτάται εξαρχής από τις κινήσεις άλλων κομμάτων.
Το 2023 παραμένει ο λογαριασμός που δεν έκλεισε
Η παρέμβαση του Γιώργου Παμπορίδη, αναδεικνύει το πιο δύσκολο σημείο της συζήτησης. Ο βουλευτής του ΔΗΣΥ και υποψήφιος για το χρίσμα στις προεδρικές εκλογές, υποστήριξε ότι η αποκατάσταση των σχέσεων με τον Νίκο Χριστοδουλίδη, δεν μπορεί να προχωρήσει με τεχνητή επικάλυψη των διαφορών και ότι προϋποθέτει συγγνώμη, προς τον κόσμο του Συναγερμού, για την απογοήτευση που προκάλεσε η απόφαση του 2023.
Η τοποθέτηση αυτή, δεν αφορά απλώς μια διαφωνία, για το παρελθόν. Φέρνει στην επιφάνεια το ερώτημα, αν η ηγεσία του ΔΗΣΥ μπορεί να διαπραγματευτεί μια μελλοντική πολιτική συνεννόηση, χωρίς να έχει προηγηθεί μια πειστική διαδικασία αποκατάστασης της εμπιστοσύνης, στο εσωτερικό της παράταξης.
Η πολιτική αριθμητική, μπορεί να επιβάλλει συζητήσεις και συμβιβασμούς. Η κομματική βάση, όμως, δεν είναι δεδομένο, ότι θα ακολουθήσει αυτόματα τις αποφάσεις της ηγεσίας. Μια συμφωνία κορυφής, δεν εξασφαλίζει από μόνη της τη συσπείρωση, όπως και μια κοινή ανησυχία για την πολιτική κατεύθυνση της χώρας, δεν αρκεί για να εξαφανίσει τις διαφωνίες.
Εδώ βρίσκεται η ουσία του ανοικτού κεφαλαίου Χριστοδουλίδη. Το ζήτημα, δεν είναι απλώς αν οι δύο πλευρές θα βρουν κοινό έδαφος το 2028. Είναι με ποιους όρους θα μπορούσε να γίνει αυτό και κατά πόσο, μια τέτοια προσέγγιση, θα γίνει αποδεκτή από τον κόσμο του ΔΗΣΥ.


