Η επικείμενη κάθοδος της Μαρία Άνχελα Ολγκίν και η τριμερής συνάντηση της 9ης Νοεμβρίου δημιουργούν ένα νέο χρονικό ορόσημο, αλλά και ένα ερώτημα: μπορούν οι επαφές των δύο ηγετών να οδηγήσουν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα ή θα παραμείνουν στο επίπεδο της διαχείρισης των διαφωνιών;
Η εικόνα μέχρι στιγμής, είναι μικτή. Οι συναντήσεις συνεχίζονται και ορισμένες πρωτοβουλίες προχωρούν, ωστόσο τα πιο δύσκολα ζητήματα, εξακολουθούν να αναζητούν διέξοδο. Η απόσταση ανάμεσα στη διατήρηση του διαλόγου και στην παραγωγή πολιτικού αποτελέσματος, παραμένει το βασικό πρόβλημα.
Η Αμμόχωστος στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Η πρόταση Χριστοδουλίδη, για την περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου και τη λειτουργία του λιμανιού υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκκρεμότητες. Η Λευκωσία υποστηρίζει ότι, πρόκειται για μια πρωτοβουλία με συγκεκριμένο περιεχόμενο, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει οφέλη και στις δύο κοινότητες, ενώ παράλληλα θα δημιουργούσε θετικό κλίμα, για την επανέναρξη των συνομιλιών.
Η τουρκοκυπριακή πλευρά, ωστόσο, δεν συμμερίζεται αυτή την προσέγγιση. Ο Έρχιουρμαν, έχει εκφράσει τη διαφωνία του, θεωρώντας ότι η πρόταση δεν εξασφαλίζει την απαιτούμενη ισορροπία, ιδιαίτερα σε σχέση με το ζήτημα του απευθείας εμπορίου, με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι δύο πλευρές προσεγγίζουν, επομένως, την ίδια πρόταση μέσα από διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες. Για τη Λευκωσία, το ζητούμενο είναι να προχωρήσει μια πρωτοβουλία που συνδέει την Αμμόχωστο με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας του λιμανιού. Για την τουρκοκυπριακή ηγεσία, το ζήτημα συνδέεται και με ευρύτερες οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις.
Αυτή η διαφορά, δεν είναι εύκολο να γεφυρωθεί με δημόσιες δηλώσεις. Χρειάζεται συζήτηση επί των συγκεκριμένων όρων και διερεύνηση του κατά πόσον υπάρχουν περιθώρια προσαρμογών που δεν αναιρούν τον βασικό στόχο της πρότασης. Διαφορετικά, η Αμμόχωστος κινδυνεύει να παραμείνει ένα ακόμη θέμα γύρω από το οποίο οι δύο πλευρές, θα επαναλαμβάνουν τις θέσεις τους, χωρίς να πλησιάζουν σε συμφωνία.
Το ερώτημα είναι, αν η επόμενη συνάντηση θα επιτρέψει μια πιο πρακτική προσέγγιση. Η πολιτική σημασία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας δεν θα κριθεί μόνο από το περιεχόμενό της, αλλά και από την ικανότητα των ηγετών, να διαπραγματευτούν τις διαφωνίες που τη συνοδεύουν.
Τα οδοφράγματα και οι προτάσεις που περιμένουν απαντήσεις
Παράλληλα, ανοιχτό παραμένει το ζήτημα των σημείων διέλευσης. Η ελληνοκυπριακή πλευρά. έχει καταθέσει νέες εισηγήσεις, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου συνόλου προτάσεων, αναμένοντας τις τοποθετήσεις της τουρκοκυπριακής ηγεσίας.
Η εκκρεμότητα αυτή, έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα οδοφράγματα επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών και αποτελούν ένα πεδίο στο οποίο θα μπορούσαν να καταγραφούν απτά αποτελέσματα, ακόμη και χωρίς συνολική συμφωνία στο Κυπριακό.
Η δυσκολία εξεύρεσης λύσης στη διέλευση Αθηένου-Πυροΐου, παρά τις προσπάθειες για συμβιβαστική προσέγγιση, δείχνει ότι ακόμη και ζητήματα πρακτικού χαρακτήρα μπορούν να εγκλωβιστούν στις ευρύτερες πολιτικές διαφωνίες.
Εδώ βρίσκεται και μια από τις βασικές προκλήσεις, για τους δύο ηγέτες. Αν δεν μπορούν να προχωρήσουν σε συμφωνίες σε επιμέρους θέματα, πώς θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια πολύ πιο σύνθετη διαπραγμάτευση συνολικής λύσης;
Βεβαίως, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης δεν υποκαθιστούν τις πολιτικές συνομιλίες. Μπορούν, όμως, να συμβάλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο οι διαπραγματεύσεις θα γίνουν πιο εφικτές. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από το αν θα ξεπεράσουν το στάδιο των προθέσεων και θα περάσουν στην εφαρμογή.
Η Ολγκίν ζητά αποτελέσματα, όχι μόνο συναντήσεις
Σε αυτό το περιβάλλον, αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα οι τοποθετήσεις της Μαρία Άνχελα Ολγκίν. Η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, αναγνωρίζει τη σημασία της απευθείας επικοινωνίας των δύο ηγετών, αλλά επισημαίνει ότι οι συναντήσεις τους, δεν έχουν μέχρι στιγμής αποδείξει πως υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση για ουσιαστική αλλαγή.
Το μήνυμα που στέλνει μέσω της εφημερίδας «ΑΛΗΘΕΙΑ», είναι σαφές: ο διάλογος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, όχι απόδειξη προόδου. Η πραγματική αξιολόγηση, γίνεται με βάση τις συμφωνίες που επιτυγχάνονται, τα μέτρα που υλοποιούνται και την προετοιμασία που γίνεται για την επόμενη φάση της διαδικασίας.
Η Ολγκίν, αναφέρεται ειδικότερα στην απουσία προόδου στα σημεία διέλευσης και σε άλλα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, καθώς και στην έλλειψη συμφωνίας για τη μεθοδολογία των μελλοντικών διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για δύο διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες εκκρεμότητες: από τη μία, χρειάζονται κινήσεις που θα βελτιώσουν το κλίμα και από την άλλη, συμφωνία για το πώς. θα οργανωθεί μια νέα διαπραγματευτική προσπάθεια.
Η επισήμανσή της, ότι η Κύπρος βρίσκεται ταυτόχρονα μακριά και κοντά, σε μια συμφωνία, αποτυπώνει αυτή την αντίφαση. Η απόσταση παραμένει μεγάλη, επειδή δεν διαπιστώνει επαρκή διάθεση, για αντιμετώπιση των δύσκολων ζητημάτων. Ταυτόχρονα, θεωρεί ότι οι δύο πλευρές γνωρίζουν τα συμφέροντά τους και μπορούν να εντοπίσουν σημεία στα οποία είναι δυνατός ένας συμβιβασμός.
Δεν πρόκειται για εκτίμηση, ότι μια συμφωνία βρίσκεται προ των πυλών. Είναι περισσότερο μια υπόμνηση, ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην έλλειψη προτάσεων. Αφορά και την απόφαση των ηγετών, να αναλάβουν το πολιτικό κόστος που ενδέχεται να συνεπάγεται ένας συμβιβασμός.
Η μεθοδολογία και η ουσία
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να επαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Η συζήτηση για τη μεθοδολογία, δεν είναι απλώς διαδικαστική. Καθορίζει το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα τεθούν τα ουσιαστικά ζητήματα, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της συζήτησής τους.
Η Ολγκίν καλεί τις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συνεννόηση τόσο για τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όσο και για τις προϋποθέσεις μιας μελλοντικής διαπραγματευτικής διαδικασίας. Παράλληλα, τονίζει ότι η λύση δεν μπορεί να επιβληθεί από έναν διεθνή μεσολαβητή. Ο ρόλος της, είναι να διευκολύνει την αναζήτηση κοινού εδάφους, ενώ οι αποφάσεις ανήκουν στους ίδιους τους Κυπρίους.
Αυτό σημαίνει, ότι η επικείμενη τριμερής, δεν θα πρέπει να αξιολογηθεί μόνο από το κλίμα που θα επικρατήσει, ή από τις δηλώσεις, που θα ακολουθήσουν. Σημασία θα έχει αν, θα δημιουργήσει μια πιο καθαρή βάση, για τα επόμενα βήματα.


