Σε δηλώσεις της η εισηγήτρια της πρότασης νόμου ανέφερε ότι ο στόχος είναι η τροποποίηση του νόμου του 2021 για την προστασία από την παρενόχληση και την παρενοχλητική παρακολούθηση, σημειώνοντας ότι «είναι καιρός αυτό να γίνει και έχουμε υποχρέωση να παραδώσουμε στον κόσμο, στους πολίτες μας, ένα νομοθετικό πλαίσιο που να τους προστατεύει».
Η κ. Τσιρίδου διευκρίνισε ότι στο κείμενο της πρότασης νόμου δεν εντάσσεται η ρητορική μίσους ενώ διαχώρισε το κείμενο της πρότασης νόμου από την συζήτηση για την ελευθερία του λόγου. Όπως είπε «δεν έχει να κάνει ούτε με τον δημοσιογραφικό κόσμο ούτε με την ελευθερία έκφρασης άποψης. Και ακριβώς εδώ, σε καμία των περιπτώσεων δεν ερχόμαστε να περιορίσουμε ούτε και στο ελάχιστο την ελευθερία του λόγου».
Όπως ανέφερε η προστασία της προσωπικής ασφάλειας, της ιδιωτικής ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας, και αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου «η τεχνολογία επιτρέπει την ταχύτατη διάδοση πληροφοριών, αλλά και την οργάνωση εκστρατειών παρενόχλησης και εκφοβισμού σε βάρος συγκεκριμένων προσώπων».
Δίνοντας την εικόνα του προβλήματος περιέγραψε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με συστηματική διαδικτυακή παρενόχληση, ενέργειες περισσότερων προσώπων ή ακόμα και με τη δημοσιοποίηση στοιχείων που αποκαλύπτουν πού κατοικεί, πού εργάζεται, πού βρίσκονται τα μέλη της οικογένειάς του.
«Και ακριβώς όταν τέτοιες πρακτικές χρησιμοποιούνται για σκοπούς εκφοβισμού και πληρούν τις προϋποθέσεις της παράνομης συμπεριφοράς, οι συνέπειες μπορούν να ξεπεράσουν κατά πολύ τα όρια μιας διαδικτυακής αντιπαράθεσης», είπε.
Μιλώντας για τα δύο νέα αδικήματα τα οποία εντάσσονται στην πρόταση νόμου ώστε να αξιοποιηθούν σε τέτοιες περιπτώσεις, ανέφερε ότι το πρώτο αφορά την οργανωμένη διαδικτυακή στοχοποίηση, «όταν υπάρχει βέβαια προηγούμενη συνεννόηση ή άλλη συντονισμένη δράση, γνώση του σκοπού παρενόχλησης ή εκφοβισμού και ουσιώδης συμβολή σε συμπεριφορά που συνιστά αδίκημα».
Αναφορικά με το δεύτερο αδίκημα ανέφερε ότι αυτό αφορά την «κακόβουλη δημοσιοποίηση στοιχείων εντοπισμού ή ταυτοποίησης και θεωρώ ότι αυτό επηρεάζει και την ασφάλεια των πολιτών» είπε. Ξεκαθάρισε ότι «δεν επιδιώκεται η ποινικοποίηση οποιασδήποτε διαφωνίας ή μιας έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης ή μιας δυσάρεστης κριτικής. Αυτό θα πρέπει να το κάνουμε ξεκάθαρο».
Εξέφρασε ικανοποίηση για την θέση όλων των αρμόδιων φορέων σημειώνοντας ότι «και η Νομική Υπηρεσία και το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, τάχθηκαν υπέρ της πρότασης». Είπε επίσης ότι την επόμενη Τετάρτη ξεκινά η κατ’ άρθρον συζήτηση της πρότασης νόμου, και ακολούθως θα οδηγηθεί στην Ολομέλεια για ψήφιση.
Απαντώντας σε ερώτηση για το κατά πόσο η πρόταση νόμου αφορά τη ρητορική μίσους και την ελευθερία του λόγου, ανέφερε ότι αυτό το κομμάτι δεν εντάσσεται «εκτός και αν αυτή η ρητορική μίσους συνιστά το αδίκημα όπως αυτό προβλέπεται». Επισήμανε ότι «η πρόταση όπως έχει συνταχθεί, είναι πάρα πολύ αυστηρή», προσθέτοντας ότι «τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που προβλέπονται, είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένα που χρειάζεται πραγματικά όχι απλά μια διαφωνία ή μια ρητορική μίσους για να μπορούν να αποδειχτούν». Επομένως, «είναι κάτι πολύ διαφορετικό αυτή η πρόταση από την ευρύτερη συζήτηση που γινόταν και δημόσια και που φυσικά αφορά και την ελευθερία του λόγου» ανέφερε.