Google Play Store Apple Store
World News Media Themasports Socialista lifenewscy

Ελεγκτική Υπηρεσία: «Παραβιάσεις προνοιών του ΓεΣΥ από ΟΑΥ...υπερκέρδη από παρόχους υγείας»

04.02.2022
17:03
Κοινωνία

Παραβιάσεις από τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ) στις πρόνοιες του νόμου για το ΓεΣΥ, διαπιστώνει ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, σε ειδική έκθεση την οποία έδωσε τη Παρασκευή στη δημοσιότητα

Συγκεκριμένα, με την έκθεση η Ελεγκτική Υπηρεσία καταλογίζει παραβιάσεις από τον ΟΑΥ στις πρόνοιες του περί ΓεΣΥ Νόμου από παρόχους υπηρεσιών φροντίδας υγείας (ιατρούς και ιδιωτικά νοσηλευτήρια), παραβιάζοντας ταυτόχρονα τις πρόνοιες του Νόμου περί ισοσκελισμένου και σφαιρικού Προϋπολογισμού.

Σύμφωνα με την έκθεση «ο τρόπος εφαρμογής των συμβάσεων, που έχει συνάψει ο ΟΑΥ με τους παρόχους υπηρεσιών φροντίδας υγείας, δεν διασφαλίζει τη διάθεση των χρηματικών πόρων του ΟΑΥ με τον βέλτιστο τρόπο, ώστε να επιτυγχάνεται αξιοποίησή τους κατά τρόπο οικονομικό, αποδοτικό και αποτελεσματικό».

Αντίθετα, η Ελεγκτική Υπηρεσία διαπιστώνει ότι «οι συμφωνίες που έχει συνάψει ο ΟΑΥ, με τους παρόχους υπηρεσιών υγείας, επιτρέπουν σε αυτούς να έχουν υπερκέρδη, που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως αισχροκέρδεια», σημειώνοντας ότι «οι έλεγχοι που διεξάγει ο ΟΑΥ επιτρέπουν και συντηρούν τις καταχρήσεις, τόσο λόγω της πολύ μικρής συχνότητας ουσιαστικών ελέγχων, όσο και λόγω της σχεδόν πλήρους απουσίας αποτρεπτικά αυστηρών ποινών κατά των παρανομούντων ή καταχραστών του συστήματος».

Διαπιστώνει ακόμα πως «η βιωσιμότητα του ΟΑΥ είναι διασφαλισμένη όσο το κράτος, έστω και παράνομα, θα καλύπτει τα ελλείμματά του», ωστόσο, συμπληρώνει πως «αυτό επιβαρύνει σημαντικά τα δημόσια οικονομικά».

«Οι πρακτικές που εφαρμόζει ο ΟΑΥ», αναφέρει η έκθεση, «ως προς τις συμφωνίες του με ιδιωτικά νοσηλευτήρια, χαρακτηρίζονται από πλήρη αδιαφάνεια και δεν εδράζονται σε αντικειμενικά κριτήρια».

Εξάλλου, σημειώνει ότι «η μη επάρκεια των διενεργούμενων ελέγχων δεν διασφαλίζει την ορθότητα των πληρωμών προς τους παρόχους υπηρεσιών φροντίδας υγείας», ενώ τονίζει πως «επείγει η χωρίς καθυστέρηση ενίσχυση της δημόσιας διακυβέρνησης και του εσωτερικού ελέγχου του ΟΑΥ».

Στην ειδική έκθεση, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι υπάρχουν υπηρεσίες φροντίδας υγείας που θα έπρεπε να καλύπτει ο ΟΑΥ και οι οποίες δεν προσφέρονται από τα νοσηλευτήρια με τα οποία έχει συμβληθεί ο ΟΑΥ.

Εκφράζει την άποψη ότι στις περιπτώσεις που το Υπουργείο Υγείας κρίνει ότι αυτές θα ήταν οικονομικά πιο συμφέρον να αποσταλούν σε ιδιωτικά νοσηλευτήρια της Κύπρου αντί του εξωτερικού, τα έξοδα θα έπρεπε και πάλι να καλύπτει ο ΟΑΥ, αφού πρόκειται για υπηρεσίες για τις οποίες έχει την υποχρέωση παροχής ασφάλισης.

Από την πλευρά του ο ΟΑΥ εξέφρασε την άποψη ότι αυτές θα μπορούσαν να καλύπτονται από το Υπουργείο Υγείας, για ανθρωπιστικούς, πολιτικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς και ότι ο ίδιος ο ΟΑΥ δεν δύναται με κανένα τρόπο να αναγνωρίσει ή/και να καταβάλλει αμοιβές σε μη συμβεβλημένους παρόχους, αφού αυτό θα αποτελούσε σημαντική και κατάφωρη καταστρατήγηση του Νόμου, του θεσμικού πλαισίου, των μέχρι σήμερα συμφωνιών και της φιλοσοφίας του ΓεΣΥ.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία εκτιμά ότι πρώτη προτεραιότητα του ΟΑΥ θα πρέπει όντως να είναι η εξεύρεση τρόπων παροχής όλων των υπηρεσιών από εντός ΓεΣΥ νοσηλευτήρια, ωστόσο, η θέση του ΟΑΥ πως, σε περιπτώσεις που τούτο δεν καθίσταται δυνατό, θα πρέπει το Υπουργείο Υγείας, έξω και πέραν από τον σφαιρικό Προϋπολογισμό του ΓεΣΥ, να καταβάλλει το ίδιο το Υπουργείο τις δαπάνες για ασθενείς που είναι ασφαλισμένοι στον ΟΑΥ, δεν συνάδει με το άρθρο 22 του περί ΓεΣΥ Νόμου που καθορίζει ότι η παρεχόμενη από το ΓεΣΥ φροντίδα υγείας περιλαμβάνει τις υπηρεσίες φροντίδας υγείας που αναφέρονται στο νόμο.

Τονίζει ότι από τον Σεπτέμβριο του 2020 εξέφρασε γραπτώς την άποψη ότι θα έπρεπε να υπάρξει ανάληψη από τον ΟΑΥ του κόστους παραπομπής ασθενών στο εξωτερικό ή σε εκτός ΓεΣΥ νοσηλευτήρια του εσωτερικού, τον δε Σεπτέμβριο του 2021 τόνισε την ανάγκη όπως τούτο γίνεται στη βάση καθορισμένων διαδικασιών, οι οποίες, όπου απαιτείται, θα πρέπει να περιληφθούν σε Κανονισμούς.

Επίσης, ο ΟΚΥπΥ υπέβαλε στο Υπουργείο Υγείας καταστάσεις με υπηρεσίες φροντίδας υγείας που εντάσσονται στο ΓεΣΥ, για τις οποίες ο ΟΑΥ αρνείται να καταβάλει στον ΟΚΥπΥ τα έξοδα τα οποία υφίσταται, όπως μεταξύ άλλων, για υπηρεσίες που παρέχονται στο Αγροτικό Νοσοκομείο Κυπερούντας και Κέντρα Πρωτοβάθμιας φροντίδας απομακρυσμένων ή αραιοκατοικημένων περιοχών, φαρμακεία στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς και 15 Κέντρα Υγείας σε Απομακρυσμένες Περιοχές, στο Κέντρο Θαλασσαιμίας και κλινικές Θαλασσαιμίας σε κάθε πόλη, σε κλινικές Αιμοκάθαρσης σε όλα τα Νοσοκομεία, στην Παιδονευρολογική Κλινική στο Μακάρειο Νοσοκομείο, στην Κλινική AIDS και σε Κλινικές ψυχικής υγείας στα Νοσοκομεία.

Την ίδια ώρα, η Ελεγκτική Υπηρεσία εντοπίζει αδιαφανείς συμβάσεις με διαφορετικές αμοιβές, για όμοιες υπηρεσίες.

«Με βάση την περί ΓεΣΥ νομοθεσία, οι διαδικασίες αμοιβής των νοσηλευτηρίων που συμβάλλονται με τον ΟΑΥ για την παροχή ενδονοσοκομειακής φροντίδας υγείας, καθώς και ο τρόπος αμοιβής τους (ομάδες συγγενών διαγνώσεων ή και άλλες μέθοδοι) θα πρέπει να καθορίζονται με Κανονισμούς, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια», αναφέρει.

Αντί τούτου, σημειώνει, «ο ΟΑΥ ακολουθεί πολιτική αδιαφάνειας και έχει συνάψει συμβάσεις με τα νοσηλευτήρια, στη βάση αυθαίρετων και μη αντικειμενικών κριτηρίων, με διαφορετικές τιμές 2 μονάδος για κάθε νοσηλευτήριο, καθορίζοντας μάλιστα και τον όγκο εργασιών που θα διεκπεραιώνει το κάθε νοσηλευτήριο για τον οποίο του εγγυάται την τιμή μονάδας».

Επίσης, εντοπίζει παράνομη επιβολή απευθείας χρέωσης σε δικαιούχους του ΓεΣΥ για υπηρεσίες που τους παρέχονται από νοσηλευτήρια, που έχουν συμβληθεί με τον ΟΑΥ.

Όπως τονίζει ο ΟΑΥ, με σχετική εγκύκλιό του, ημερομηνίας 23.7.2020, καθόρισε ότι συμβεβλημένο νοσηλευτήριο δικαιούται να παρέχει υπηρεσίες σε δικαιούχο του ΓεΣΥ και αυτός να πληρώσει απευθείας το νοσηλευτήριο, επειδή δήθεν αυτή θα είναι υπηρεσία που δεν παρέχεται στο πλαίσιο του ΓεΣΥ, με την Ελεγκτική Υπηρεσία να τονίζει πως «αυτό είναι πρόδηλα παράνομο».

Επιπλέον, η Ελεγκτική Υπηρεσία καταλογίζει πληρωμές του ΟΑΥ που καταλήγουν σε εκτός ΓεΣΥ ιατρούς, σημειώνοντας πως ο ΟΑΥ αποδεχόταν, μέχρι πρόσφατα, όπως ιατρός που δεν είναι συμβεβλημένος με το ΓεΣΥ παρέχει ενδονοσοκομειακές υπηρεσίες σε συμβεβλημένο νοσηλευτήριο και «απλά οι υπηρεσίες του θα θεωρούνται εκτός ΓεΣΥ και δεν θα αποζημιώνονται από το ΓεΣΥ».

«Ο ΟΑΥ γραπτώς και επίσημα, παραδεχόταν ότι μέσω των συμβεβλημένων νοσηλευτηρίων, εν γνώσει του και με τη δική του ρητή συγκατάθεση, χρήματα του ΟΑΥ κατέληγαν σε ιατρούς που δεν είναι συμβεβλημένοι με το ΓεΣΥ. Τούτο είναι πρόδηλα παράνομο», αναφέρει.

Σε σχέση με τις γενικές συστάσεις, στις οποίες προβαίνει η έκθεση, αναφέρεται ότι «τρία σχεδόν χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας του, το ΓεΣΥ πέραν των πολλών θετικών που επέφερε η εισαγωγή του, εξελίσσεται σε πηγή δημοσιονομικού κινδύνου, για τα δημόσια οικονομικά και πεδίο σοβαρών καταχρήσεων εις βάρος των χρημάτων του φορολογούμενου πολίτη.

Οι συστάσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας αναφέρουν ο ΟΑΥ θα πρέπει να παρέχει όλες τις υπηρεσίες που προβλέπει ο περί ΓεΣΥ Νόμος και να αναλάβει κάθε δαπάνη που αφορά στις υπηρεσίες αυτές, ενώ σημειώνει ότι θα πρέπει να τηρεί απαρέγκλιτα τον περί ΓεΣΥ Νόμο.

«Η ούτως ή άλλως επιβαλλόμενη τήρηση της νομιμότητας από κάθε δημόσιο οργανισμό, είναι εκ των ων ουκ άνευ, για έναν οργανισμό που θα πρέπει να πατάξει γενικευμένης μορφής καταχρήσεις», συμπληρώνει.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ακόμα πως ο ΟΑΥ θα πρέπει να αντιληφθεί ότι οι καταχρήσεις αφορούν στον ίδιο τον ΟΑΥ, ενώ συμπληρώνει ότι «η θέση που δημόσια εκφράζει ο ΟΑΥ πως λόγω του σφαιρικού Προϋπολογισμού, οι καταχρήσεις από ένα πάροχο αφορούν στους άλλους παρόχους της ίδιας κατηγορίας και όχι τον ΟΑΥ, είναι η βασική πηγή του προβλήματος της μη αποφασιστικής πάταξης των καταχρήσεων».

«Προς τούτο, θα πρέπει να εντατικοποιηθούν οι έλεγχοι και να επιβληθούν αποτρεπτικές ποινές», σημειώνει.

Επιπροσθέτως, αναφέρει πως ο ΟΑΥ οφείλει να ισοσκελίσει τον Προϋπολογισμό του, με αρχή από τον Προϋπολογισμό του 2022, για να προσθέσει πως «εάν δεν το πράξει, θα πρέπει να το επιβάλουν, μέσω της έγκρισης του Προϋπολογισμού του, το Υπουργικό Συμβούλιο και η Βουλή των Αντιπροσώπων».

Πηγή: ΚΥΠΕ