Η αναφορά της, ότι η διαδικασία «προχωρά με αργό ρυθμό αλλά είναι δυναμική», καθώς και η επισήμανση ότι το ενδεχόμενο διευρυμένης συνάντησης 5+1 θα εξεταστεί μόνο όταν «οι συνθήκες ωριμάσουν», λειτουργούν περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως μήνυμα αισιοδοξίας. Ο ΟΗΕ καθιστά σαφές ότι δεν προτίθεται να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος, συγκαλώντας διεθνείς διασκέψεις, χωρίς επαρκή προετοιμασία και χωρίς απτά δεδομένα προόδου.
Το προ-διαπραγματευτικό στάδιο και ο ρόλος των ΜΟΕ
Η Ολγκίν, τοποθετεί τη διαδικασία σε «προ-διαπραγματευτικό στάδιο», υπογραμμίζοντας ότι αυτό που προέχει, δεν είναι η εικόνα της κινητικότητας, αλλά το αποτέλεσμα. Τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης αναδεικνύονται στον βασικό άξονα αξιολόγησης, της πολιτικής βούλησης των πλευρών.
Η έμφαση που δίνει σε οδοφράγματα, σημεία διέλευσης και πρακτικές ρυθμίσεις που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για το πεδίο στο οποίο, σύμφωνα με την προσέγγιση του ΟΗΕ, δοκιμάζεται πιο καθαρά η ειλικρίνεια των προθέσεων. Χωρίς συμφωνίες χαμηλής πολιτικής έντασης, οι προσδοκίες για πρόοδο στα δύσκολα κεφάλαια. παραμένουν περιορισμένες.
Η πρόταση Χριστοδουλίδη και το βάρος των συγκλίσεων
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η τελευταία τριμερής συνάντηση, κατά την οποία ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης κατέθεσε πρόταση πέντε σημείων. Η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και βήματα πολιτικής αλληλουχίας, με πιο πολιτικά φορτισμένο στοιχείο την πρόνοια για καταγραφή των συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν μέχρι το Κραν Μοντανά.
Η αναφορά αυτή αγγίζει τον πυρήνα της συζήτησης, για το πώς και από ποια βάση μπορεί να επανεκκινήσει η διαπραγμάτευση. Η επιλογή της Ολγκίν να μην σχολιάσει την πρόταση, περιοριζόμενη στη διαπίστωση ότι παρουσιάστηκε και συζητήθηκε μαζί με τις απόψεις της τουρκοκυπριακής πλευράς, καταδεικνύει τη συνειδητή στάση του ΟΗΕ, να αποφύγει την ουσιαστική αξιολόγηση και να μεταθέσει την ευθύνη αποκλειστικά στις δύο πλευρές.
Το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας και η θέση της Λευκωσίας
Σε αυτό το εύθραυστο σκηνικό, προστίθεται και η υιοθέτηση του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με το οποίο ανανεώνεται η θητεία της ΟΥΝΦΙΚΥΠ μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2027. Η Λευκωσία χαιρέτισε το ψήφισμα, υπογραμμίζοντας τη σταθερή στήριξη του Συμβουλίου Ασφαλείας στις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα, για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα.
Παράλληλα, η κυπριακή κυβέρνηση τόνισε ότι η παρουσία της ειρηνευτικής δύναμης παραμένει απαραίτητη, όσο συνεχίζεται η τουρκική κατοχή, επισημαίνοντας τη σημασία των αναφορών του ψηφίσματος για τα Βαρώσια, τα Στροβίλια και τη νεκρή ζώνη, καθώς και την ανάγκη αποκλιμάκωσης των εντάσεων ως προϋπόθεση για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης.
Η αντίδραση της Άγκυρας και το στρατηγικό χάσμα
Στον αντίποδα, η αντίδραση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών ανέδειξε εκ νέου το βαθύ στρατηγικό χάσμα. Η Άγκυρα χαρακτήρισε το ψήφισμα «μεροληπτικό», επανέλαβε τη θέση περί «δύο κρατών» και αμφισβήτησε τη νομιμοποίηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, υποστηρίζοντας ότι η ανανέωση της θητείας της έγινε χωρίς τη συναίνεση της τουρκοκυπριακής πλευράς.
Οι αναφορές σε ενδεχόμενα «βήματα» στα κατεχόμενα, με τη στήριξη της Τουρκίας, εάν δεν θεσπιστεί «νομική βάση» για τη δράση της ειρηνευτικής δύναμης, συνιστούν σαφή κλιμάκωση ρητορικής και προσθέτουν νέα στοιχεία αστάθειας στο ήδη σύνθετο περιβάλλον.
Αργή πρόοδος ή παρατεταμένη αναμονή;
Πίσω από τις λέξεις της Μαρίας Άνγκελα Ολγκίν καθίσταται σαφές ότι το 5+1 δεν έχει εγκαταλειφθεί, αλλά έχει μετατραπεί σε έναν στόχο που απομακρύνεται, όσο δεν υπάρχουν απτά αποτελέσματα. Η «αργή δυναμική» που περιγράφει ο ΟΗΕ δεν αποτελεί εγγύηση εξέλιξης, αλλά ένα στενό χρονικό παράθυρο ευκαιρίας.
Χωρίς ουσιαστική πρόοδο στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και χωρίς ξεκάθαρη πολιτική βούληση, το Κυπριακό κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένο σε έναν φαύλο κύκλο διαλόγου χωρίς αντίκρισμα, με τη διεθνή κοινότητα να παρακολουθεί, αλλά να μην παρεμβαίνει πέραν των απολύτως αναγκαίων.


