Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2025 εκκρεμούσε ο έλεγχος 6.734 οικονομικών καταστάσεων που αφορούν την περίοδο 1995–2023. Οι εκκρεμότητες αυτές προέρχονται κυρίως από Κοινοτικά Συμβούλια, Σχολικές Εφορίες, Δήμους και άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.

Η υποβολή οικονομικών καταστάσεων στον Γενικό Ελεγκτή αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση των δημόσιων φορέων και βασικό εργαλείο για τη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Η νομοθεσία προβλέπει ότι οι οικονομικές καταστάσεις πρέπει να κατατίθενται εντός τεσσάρων μηνών από το τέλος κάθε οικονομικού έτους, ώστε ο έλεγχος να ολοκληρώνεται έγκαιρα και να μπορούν να λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα όπου χρειάζεται.
Ωστόσο, η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στην έκθεση είναι διαφορετική. Από το σύνολο των εκκρεμών ελέγχων, το 81% αφορά οικονομικές καταστάσεις που έχουν υποβληθεί στην Ελεγκτική Υπηρεσία αλλά δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό αφορά καταστάσεις που δεν έχουν καν υποβληθεί.

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα στα Κοινοτικά Συμβούλια, τα οποία συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των εκκρεμοτήτων, με χιλιάδες οικονομικές καταστάσεις να παραμένουν χωρίς ολοκληρωμένο έλεγχο. Σημαντικός αριθμός εκκρεμοτήτων καταγράφεται επίσης στις Σχολικές Εφορίες, αλλά και σε άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις αυτές υπονομεύουν την αξιοπιστία των οικονομικών δεδομένων και περιορίζουν τη δυνατότητα των αρμόδιων αρχών να εντοπίζουν έγκαιρα προβλήματα ή παρατυπίες. Παράλληλα, η καθυστέρηση στην επεξεργασία των στοιχείων επηρεάζει αρνητικά την ενημέρωση τόσο των εποπτικών αρχών όσο και της κοινωνίας, πλήττοντας τις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας και δημιουργώντας περιθώρια για σπατάλη ή κακή διαχείριση δημόσιου χρήματος.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, ο Γενικός Ελεγκτής ανακοίνωσε αλλαγή στη διαδικασία ελέγχου. Με επιστολή του τον Ιούλιο του 2025 προς όλους τους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενημέρωσε ότι οι ίδιοι οι οργανισμοί θα πρέπει πλέον να αναθέτουν απευθείας τον έλεγχο των οικονομικών τους καταστάσεων σε ιδιώτες ελεγκτές, αντί να γίνεται η ανάθεση μέσω της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.
Η νέα αυτή διαδικασία συνοδεύεται από κατευθυντήριες οδηγίες για την επιλογή ελεγκτικών γραφείων, ενώ ο διορισμός και η αμοιβή των ιδιωτών ελεγκτών θα εξακολουθούν να τελούν υπό την έγκριση του Γενικού Ελεγκτή.
Παράλληλα, η Ελεγκτική Υπηρεσία έχει ξεκινήσει συντονισμό με την Ένωση Κοινοτήτων και την Αρχή Δημόσιας Εποπτείας Ελεγκτικού Επαγγέλματος, με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών και τη δραστική μείωση των εκκρεμοτήτων μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.
Το ζήτημα της μη συμμόρφωσης ορισμένων φορέων θα τεθεί εκ νέου ενώπιον της Νομικής Υπηρεσίας, ώστε να εξεταστούν πιθανά μέτρα σε περιπτώσεις όπου οργανισμοί δεν συνεργάζονται ή δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία ξεκαθαρίζει ότι θα παρακολουθεί στενά την πρόοδο, με τριμηνιαίες αξιολογήσεις και ετήσιες ειδικές εκθέσεις, ώστε να διασφαλιστεί ότι το πρόβλημα των ανέλεγκτων οικονομικών καταστάσεων δεν θα συνεχίσει να διογκώνεται.
Δείτε ολόκληρη την έκθεση εδώ.