Σύμφωνα με την ενημέρωση που έγινε στο Εθνικό Συμβούλιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρουσίασε το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Λευκωσία επιδιώκει να κινηθεί. Όπως προκύπτει, δεν υπάρχει –τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο– πρόθεση για δημόσια σύγκρουση με το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά μια επιλογή για έναρξη δομημένου διαλόγου, σε χαμηλούς τόνους και με σαφή στρατηγική στόχευση.
Την κατεύθυνση αυτή επιβεβαίωσε και ο Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι η συζήτηση με το Λονδίνο δεν πρόκειται να διεξαχθεί δημόσια. Αντίθετα, όπως ανέφερε, πρόκειται για μια διαδικασία που θα προχωρήσει στο πλαίσιο της διπλωματίας, με έμφαση στη διαφάνεια και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει τις σχέσεις των δύο χωρών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται από την κυβέρνηση και στη συμπερίληψη σχετικής αναφοράς στα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εξέλιξη που –όπως τονίζεται– ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζεται ως ένα κρίσιμο εργαλείο, που δίνει πολιτικό βάρος στις επιδιώξεις της Λευκωσίας.
Ωστόσο, εκεί που η κυβέρνηση επιλέγει προσεκτικά βήματα, η πολιτική αντιπαράθεση εντείνεται. Κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν να ανεβάσουν τον πήχη, θέτοντας πιο ξεκάθαρα το ζήτημα της απομάκρυνσης των Βάσεων. Η διαφορά προσέγγισης είναι εμφανής: από τη μία η λογική της σταδιακής διαχείρισης και από την άλλη η επιλογή της πιο επιθετικής διεκδίκησης.
Το πιο ξεκάθαρο μήνυμα από πλευράς κυβέρνησης ήρθε μέσα από τη ρητή τοποθέτηση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ότι δεν έχει τεθεί θέμα αποχώρησης των Βάσεων. Η επισήμανση αυτή δεν είναι τυχαία. Έρχεται σε μια περίοδο όπου η δημόσια συζήτηση τείνει να ξεφύγει από το πλαίσιο της διαχείρισης και να εισέλθει σε πιο μαξιμαλιστικές τοποθετήσεις.
Παράλληλα, από τη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου προκύπτει ότι υπάρχει μεν κοινή αναγνώριση της ανάγκης να ανοίξει η συζήτηση, όχι όμως κατ’ ανάγκη συμφωνία ως προς την κατεύθυνση που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Οι πολιτικές δυνάμεις κατέθεσαν τις θέσεις και τις εισηγήσεις τους, σε μια διαδικασία που χαρακτηρίστηκε εποικοδομητική, χωρίς όμως να καταγράφεται ενιαία γραμμή.
Στο παρασκήνιο, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η απευθείας επικοινωνία του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον Βρετανό Πρωθυπουργό, η οποία –σύμφωνα με την κυβέρνηση– ανοίγει τον δρόμο για τα επόμενα βήματα. Η Λευκωσία επενδύει στη διατήρηση των στενών σχέσεων με το Λονδίνο, επιδιώκοντας να προχωρήσει σε συζητήσεις χωρίς να διαταραχθεί το υφιστάμενο πλαίσιο συνεργασίας.
Την ίδια ώρα, η χρονική συγκυρία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η ένταση στην περιοχή, τα ζητήματα ασφάλειας που έχουν αναδειχθεί το τελευταίο διάστημα, αλλά και οι εσωτερικές πολιτικές ανάγκες δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό. Σε αυτό το περιβάλλον, το θέμα των Βάσεων λειτουργεί ταυτόχρονα ως διπλωματικό ζήτημα και ως πολιτικό αφήγημα.
Καθώς η χώρα εισέρχεται βαθύτερα στην προεκλογική περίοδο, το ερώτημα που αναδύεται είναι κατά πόσο το ζήτημα θα παραμείνει σε επίπεδο ουσίας ή θα μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης. Για την ώρα, η κυβέρνηση επιμένει στη γραμμή του διαλόγου και της σταδιακής προσέγγισης. Το αν αυτή η στρατηγική θα αντέξει την πίεση της προεκλογικής αντιπαράθεσης, μένει να φανεί.
Δύο δρόμοι, διαφορετικό κόστος
Μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση του ζητήματος δίνει ο Δρ Άριστος Αριστοτέλους, ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι η συζήτηση δεν είναι μονοδιάστατη. Όπως επισημαίνει, υπάρχουν δύο διακριτά επίπεδα: από τη μία ο στρατηγικός στόχος της απομάκρυνσης των Βάσεων και από την άλλη η διαχείριση και βελτίωση του υφιστάμενου καθεστώτος.
Η πρώτη επιλογή, σημειώνει, είναι εξαιρετικά σύνθετη, μακροπρόθεσμη και απαιτητική. Δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Κύπρου – Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά εμπλέκει ευρύτερες γεωπολιτικές παραμέτρους. Η Τουρκία, η παρουσία της στην Κύπρο και οι επιδιώξεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, αποτελούν κρίσιμο παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Μια ενδεχόμενη αλλαγή στο καθεστώς των Βάσεων θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες ασφάλειας και να δημιουργήσει νέα δεδομένα στην περιοχή.
Παράλληλα, καθοριστικός είναι και ο ρόλος της Ελλάδας, τόσο ως εγγυήτρια δύναμη όσο και ως βασικός στρατηγικός εταίρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο βαθμός συντονισμού με την Αθήνα αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για οποιαδήποτε σοβαρή στρατηγική.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Δρ Αριστοτέλους υπογραμμίζει ότι το Κυπριακό παραμένει το βασικό πολιτικό υπόβαθρο. Οι Βάσεις συνδέονται άμεσα με την αρχιτεκτονική ασφάλειας και εγγυήσεων, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στο καθεστώς τους θα είχε αναπόφευκτα επιπτώσεις και στη συζήτηση για το μέλλον του νησιού.
Αντίθετα, η δεύτερη επιλογή –η βελτίωση της συνεργασίας– παρουσιάζεται ως πιο άμεσα εφαρμόσιμη. Μέσα από πρακτικά βήματα, όπως η ενίσχυση της διαφάνειας, η καλύτερη συνεννόηση με το Λονδίνο και η διασφάλιση ότι οι δραστηριότητες των Βάσεων δεν εκθέτουν την Κυπριακή Δημοκρατία, μπορούν να προκύψουν συγκεκριμένα οφέλη.
Καταληκτικά, ο ίδιος προειδοποιεί ότι η δημόσια ανάδειξη μεγάλων στόχων χωρίς σαφή στρατηγική, ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας προσδοκιών που δύσκολα θα επιβεβαιωθούν. Το ζητούμενο, όπως τονίζει, δεν είναι μόνο τι δηλώνεται, αλλά κατά πόσο υπάρχει ένα συνεκτικό και εφαρμόσιμο σχέδιο πίσω από τις δηλώσεις.


