Οι αντιδράσεις των κομμάτων, όπως αποτυπώνονται στις ανακοινώσεις τους, κινούνται σε έναν γνώριμο άξονα: πλήρης διερεύνηση, διαφάνεια, μηδενική ανοχή. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός μιλά για την ανάγκη «ταχείας και πλήρους διερεύνησης», προειδοποιώντας ταυτόχρονα για τον κίνδυνο «ατεκμηρίωτων καταγγελιών» που όπως σημειώνει, οδηγούν σε αποσταθεροποίηση. Από την άλλη, το Δημοκρατικό Κόμμα ανεβάζει τον τόνο, κάνοντας λόγο για «πρωτοφανή και επικίνδυνη εκτροπή» εάν επιβεβαιωθούν τα όσα δημοσιεύονται, ενώ δεν διστάζει να αναφερθεί σε ενδεχόμενη «εργαλειοποίηση» και «οργανωμένη απόπειρα σπίλωσης».
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Δημοκρατική Παράταξη εκφράζει έντονη ανησυχία για πρακτικές που εφόσον επιβεβαιωθούν, πλήττουν τη Δημοκρατία και το κράτος δικαίου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ψυχραιμίας και αποφυγής πρόωρων συμπερασμάτων.
Πίσω από τις λέξεις, ωστόσο, διακρίνεται κάτι πιο ουσιαστικό: κανένα κόμμα δεν φαίνεται να έχει πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Και αυτό είναι που γεννά την αμηχανία. Γιατί η υπόθεση «Σάντη» δεν εντάσσεται εύκολα σε κομματικά αφηγήματα. Δεν είναι ένα ζήτημα που προσφέρεται για απλή πολιτική εκμετάλλευση, τουλάχιστον όχι χωρίς ρίσκο.
Αντίθετα, πρόκειται για μια υπόθεση που εξελίσσεται δυναμικά, με αντικρουόμενες πληροφορίες, καταγγελίες και διαψεύσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε τοποθέτηση μπορεί να αποδειχθεί πρόωρη, κάθε βεβαιότητα επισφαλής. Και τα κόμματα το γνωρίζουν.
Έτσι, επιχειρούν να ισορροπήσουν: να εμφανιστούν θεσμικά υπεύθυνα, χωρίς να εκτεθούν. Να ζητήσουν αλήθεια, χωρίς να προδικάσουν εξελίξεις. Να δείξουν ευαισθησία, χωρίς να εγκλωβιστούν. Μια λεπτή γραμμή, που όμως δεν περνά απαρατήρητη από την κοινωνία.
Η κοινωνία παρακολουθεί και αμφιβάλλει.
Σε μια περίοδο όπου οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθερά χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η υπόθεση «Σάντη» λειτουργεί σαν επιταχυντής. Όχι απαραίτητα γιατί αποκαλύπτει κάτι νέο, αλλά γιατί ενισχύει μια ήδη διαμορφωμένη αντίληψη: ότι η αλήθεια είναι δύσκολο να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο.
Οι πολίτες, βλέπουν τις ανακοινώσεις, ακούν τις δηλώσεις, διαβάζουν τις αποκαλύψεις. Και την ίδια στιγμή αναρωτιούνται: ποιος λέει την αλήθεια; Ποιος υπερβάλλει; Ποιος κρύβει τι;
Αυτή η δυσπιστία είναι ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο της συγκυρίας. Γιατί δεν αφορά μόνο την υπόθεση. Αφορά συνολικά το πολιτικό σύστημα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για τα κόμματα. Όχι απλώς να διαχειριστούν μια δύσκολη υπόθεση εν μέσω προεκλογικής περιόδου, αλλά να αποδείξουν ότι μπορούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ότι δεν θα περιοριστούν σε ανακοινώσεις και δηλώσεις, αλλά θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η «Σάντη» μπορεί να αποδειχθεί πολλά πράγματα: σκάνδαλο, υπερβολή, ή κάτι ενδιάμεσο. Όμως ήδη έχει πετύχει κάτι σημαντικό και ίσως ανησυχητικό. Έχει μετατρέψει την προεκλογική εκστρατεία σε ένα πεδίο άμυνας, αντί για πεδίο προτάσεων. Και αυτό, για ένα πολιτικό σύστημα που διεκδικεί την εμπιστοσύνη των πολιτών, είναι ίσως το πιο ηχηρό καμπανάκι.


