Ο Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, με επιπλέον κατάρτιση στην ψυχοθεραπεία και την άσκηση, Πάνος Πλατρίτης, σημειώνει στο ThemaOnline ότι η αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας στην Κύπρο αποτελεί πλέον «μάστιγα» που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όπως εξηγεί, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι η εύκολη πρόσβαση των παιδιών στις ανθυγιεινές επιλογές που προσφέρονται στα σχολικά κυλικεία.
«Όταν ένα παιδί έχει μπροστά του πατατάκια, κρουασάν και άλλα επεξεργασμένα προϊόντα, ενώ οι υγιεινές επιλογές είναι ελάχιστες, είναι αναμενόμενο να επιλέξει το ανθυγιεινό τρόφιμο», σημειώνει. Γι' αυτό, όπως αναφέρει, τόσο το κράτος όσο και οι γονείς οφείλουν να επανεξετάσουν τις επιλογές που προσφέρονται καθημερινά στα παιδιά μέσα στο σχολικό περιβάλλον.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι αρκετές χώρες έχουν ήδη υιοθετήσει πιο αυστηρές πολιτικές, είτε περιορίζοντας νομοθετικά τη διάθεση ανθυγιεινών τροφίμων είτε επιβάλλοντας φόρους στη ζάχαρη, με στόχο τη μείωση της κατανάλωσής τους.
Έχοντας επισκεφθεί αμέτρητα σχολεία στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο κ. Πλατρίτης τονίζει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην παχυσαρκία. Συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση παιδικού διαβήτη, την αντίσταση στην ινσουλίνη, αλλά και με σοβαρές ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις, όπως το bullying, η κατάθλιψη και οι διατροφικές διαταραχές.
Όπως εξηγεί, ένα παιδί που καταναλώνει καθημερινά ή σχεδόν καθημερινά σφολιατοειδή, αλμυρά σνακ ή άλλα προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και ζάχαρη, επιβαρύνει σημαντικά τον οργανισμό του. «Ακόμη και πέντε φορές την εβδομάδα να τρώει από το κυλικείο ανθυγιεινά, η επιβάρυνση είναι μεγάλη», επισημαίνει.
Παράλληλα, θεωρεί ότι δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στα παιδιά η ευθύνη της σωστής διατροφικής επιλογής. «Ακόμη και οι ενήλικες δυσκολεύονται να αντισταθούν σε τέτοιους πειρασμούς. Πόσο μάλλον τα παιδιά, τα οποία δεν έχουν ακόμη αναπτύξει την απαραίτητη ωριμότητα ώστε να αξιολογούν τις διατροφικές τους επιλογές», αναφέρει, εκφράζοντας την άποψη ότι τα ανθυγιεινά προϊόντα δεν θα έπρεπε να προσφέρονται σε καθημερινή βάση στα σχολικά κυλικεία.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις χρωστικές ουσίες που περιέχονται σε αρκετά επεξεργασμένα προϊόντα, τις οποίες χαρακτηρίζει μία ακόμη σημαντική απειλή για την υγεία των παιδιών.
Ο κ. Πλατρίτης υπογραμμίζει ότι οι συνέπειες της παιδικής παχυσαρκίας δεν είναι μόνο σωματικές αλλά και ψυχολογικές. Στη σημερινή εποχή, όπου κυριαρχεί η εικόνα και το «φαίνεσθαι», ολοένα και περισσότερα παιδιά βιώνουν περιστατικά χλευασμού και body shaming ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου. Αρκετά απομονώνονται, κλείνονται στον εαυτό τους και στιγματίζονται εξαιτίας του σωματικού τους βάρους.
Όπως σημειώνει, το σχολικό περιβάλλον διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς τα παιδιά έχουν τρία διαλείμματα καθημερινά και, εφόσον οι διαθέσιμες επιλογές είναι κυρίως ανθυγιεινές, η υπερκατανάλωση πρόχειρου φαγητού γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.
Την ίδια ώρα, επισημαίνει ότι ούτε η λύση του σπιτικού φαγητού είναι πάντα εύκολη. Υπάρχουν παιδιά που αποφεύγουν να πάρουν σάντουιτς ή φαγητό από το σπίτι επειδή φοβούνται ότι θα δεχθούν σχόλια από τους συμμαθητές τους ή ότι θα θεωρηθούν «διαφορετικά». Έτσι, όπως τονίζει, όταν το παιδί δεν επιλέγει φαγητό από το σπίτι αλλά ούτε βρίσκει υγιεινές εναλλακτικές στο κυλικείο, ουσιαστικά δεν έχει πραγματική επιλογή.
Σύμφωνα με τον ίδιο, απλές πολιτικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να αλλάξουν σημαντικά την κατάσταση. Προτείνει, μεταξύ άλλων, τη διάθεση μικρότερων μερίδων στα αλμυρά προϊόντα, επισημαίνοντας ότι δεν είναι λογικό να προσφέρονται στα παιδιά λουκανικόπιτες ίδιου μεγέθους με αυτές που προορίζονται για ενήλικες. Αντίστοιχα, θεωρεί προτιμότερο μια τυρόπιτα να παρασκευάζεται χειροποίητα παρά με έτοιμη σφολιάτα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στη μεταβατική περίοδο από την προδημοτική στο δημοτικό σχολείο, την οποία χαρακτηρίζει ως την πιο κρίσιμη για την εξέλιξη της παιδικής παχυσαρκίας. Όπως εξηγεί, μεταξύ των ηλικιών 5 και 7 ετών παρατηρείται η υπερπλασία των λιποκυττάρων, δηλαδή η φάση κατά την οποία αυτά μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Μετά από αυτή την ηλικία, τα λιποκύτταρα κυρίως αυξάνονται σε μέγεθος και όχι σε αριθμό.
Παράλληλα, το πέρασμα από το νηπιαγωγείο, όπου η διατροφή είναι περισσότερο ελεγχόμενη, στο δημοτικό σχολείο, όπου τα παιδιά αποκτούν πρόσβαση στο κυλικείο και μεγαλύτερη αυτονομία στις επιλογές τους, αποτελεί έναν ακόμη επιβαρυντικό παράγοντα.
«Τα αποτελέσματα αυτών των επιλογών τα βλέπουμε λίγα χρόνια αργότερα», σημειώνει ο κ. Πλατρίτης, εξηγώντας ότι στις ηλικίες των 10 έως 12 ετών εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα περιστατικά αντίστασης στην ινσουλίνη εξαιτίας της παχυσαρκίας. Πρόκειται, όπως αναφέρει, για μια εξέλιξη που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη και άλλων μεταβολικών ή ενδοκρινολογικών προβλημάτων στην πορεία της ζωής.