Λετυμπιώτης για «Videogate» - «Αν υπάρχουν στοιχεία οφείλουν να τα δώσουν... κάποιοι υιοθέτησαν ανεδαφικούς ισχυρισμούς»
Απάντηση στις επικρίσεις δίνει η Κυβέρνηση αναφορικά με την υπόθεση του «Videogate».

Στην ομόφωνη απόφασή του, το Ανώτατο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά αποφάσισε πως δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την εγκυρότητα τεσσάρων Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας, οι οποίες είχαν εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για τη συλλογή μαρτυρικού υλικού από τις γερμανικές αρχές και είχαν ήδη κατατεθεί ως τεκμήρια στην ποινική διαδικασία.
Σημειώνεται ότι η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο, καθώς και παράνομη νομή και χρήση γης στην κατεχόμενη Κερύνεια.
Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του Ανωτάτου μετά από διαδικαστικό ζήτημα που ανέκυψε κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης. Συγκεκριμένα, η υπεράσπιση αμφισβήτησε την εγκυρότητα των τεσσάρων Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας, υποστηρίζοντας ότι εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώ, κατά την άποψή της, αρμόδιο να τις εκδώσει ήταν το Κακουργιοδικείο που εκδικάζει την υπόθεση.
Το Κακουργιοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την εγκυρότητα αποφάσεων άλλου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια, η κατηγορούμενη επιχείρησε, χωρίς επιτυχία, να εξασφαλίσει άδεια για να προσβάλει, μέσω προνομιακού εντάλματος Certiorari, την ενδιάμεση αυτή απόφαση, γεγονός που οδήγησε στην έφεση ενώπιον του Ανωτάτου.
Το Ανώτατο υπενθύμισε ότι τόσο τα Κακουργιοδικεία όσο και τα Επαρχιακά Δικαστήρια είναι πρωτοβάθμια δικαστήρια και, ως εκ τούτου, το ένα δεν μπορεί να ελέγχει τις αποφάσεις του άλλου.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «δεν νοείται ομοβάθμιο Δικαστήριο να εξετάζει, αναθεωρεί, ακυρώνει, διαφοροποιεί αποφάσεις άλλων ομοβάθμιων Δικαστηρίων».
Το Δικαστήριο επεσήμανε ακόμη ότι η κατηγορούμενη είχε στη διάθεσή της συγκεκριμένα ένδικα μέσα για να αμφισβητήσει τις Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας, είτε με έφεση είτε, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, με αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari κατά των ίδιων των εντολών.
Αντ' αυτού, όπως σημειώνει το Ανώτατο, «ανεπίτρεπτα, επεδίωξε ακύρωση των εν λόγω Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας από το Κακουργιοδικείο», το οποίο, όμως, «εν ουδεμιά περιπτώσει, θα μπορούσε να είχε αποφασίσει οτιδήποτε αφορούσε στην εγκυρότητα αυτών».
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι δεν κατέστη δυνατό να ασκήσει έφεση εντός της δεκαήμερης προθεσμίας που προβλέπει ο νόμος, επειδή οι Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας γνωστοποιήθηκαν στην κατηγορούμενη αρκετούς μήνες μετά την έκδοσή τους.
Το Ανώτατο, ωστόσο, έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει το ζήτημα αυτό, ούτε κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί παράταση της σχετικής προθεσμίας, αφού το αντικείμενο της διαδικασίας δεν ήταν η ακύρωση των ίδιων των Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας.
Μάλιστα, πρόσθεσε ότι ακόμη και αν ακυρωνόταν η ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου, «οι Εντολές θα συνέχιζαν να είναι ισχυρές», καθώς δεν αποτελούσαν το αντικείμενο της προσφυγής.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι «δεν είχε αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμο θέμα για να εδικαιολογείτο η χορήγηση της αιτούμενης άδειας» και απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ
Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις




