Ο Γκουτέρες, δεν μίλησε για «κανονικό κράτος», ούτε παρουσίασε μια νέα προσέγγιση για το Κυπριακό. Αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έγιναν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών μέχρι και το 2017, με κορυφαία στιγμή τη διάσκεψη στο Κραν Μοντανά. Μια διαδικασία η οποία, παρά την αποτυχία της, θεωρείται η πιο σοβαρή προσπάθεια των τελευταίων δεκαετιών, για επίτευξη συνολικής συμφωνίας.
Στο Κραν Μοντανά, είχε τεθεί επί τάπητος ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα του Κυπριακού: το κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Η συζήτηση, αφορούσε την προοπτική ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους, απαλλαγμένου από παρωχημένες δομές εγγυήσεων και από την παρουσία ξένων στρατευμάτων. Αυτό, ήταν ένα ουσιαστικό στοιχείο της διαδικασίας και όχι μια απλή διπλωματική διατύπωση.
Ωστόσο, όσο σημαντική και αν είναι η στάση των Ηνωμένων Εθνών, η πραγματική εξίσωση του Κυπριακού, δεν μπορεί να αγνοήσει έναν καθοριστικό παράγοντα: την Τουρκία.
Εκεί, βρίσκεται το κλειδί της λύσης. Η Τουρκία, είναι η χώρα που διαθέτει τη μεγαλύτερη επιρροή στην τουρκοκυπριακή πλευρά και η δική της πολιτική βούληση είναι αυτή, που σε μεγάλο βαθμό θα καθορίσει αν μπορεί να υπάρξει επιστροφή σε μια διαδικασία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Οι αποφάσεις της Άγκυρας για το θέμα των εγγυήσεων, των στρατευμάτων και του μοντέλου λύσης, θα αποτελέσουν τον πραγματικό δείκτη, για το κατά πόσο υπάρχει περιθώριο συμφωνίας.
Το θετικό από τις αναφορές του Γκουτέρες, είναι ότι δεν έκανε καμία αναφορά στις συζητήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα περί «εποικοδομητικής ασάφειας» ή μιας «λύσης έξω από το κουτί», όπως είχε αναφέρει η προσωπική απεσταλμένη του ΟΗΕ Μαρία Άνχελα Ολγκίν. Παρέμεινε στο γνωστό πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, χωρίς να δημιουργεί την εντύπωση αλλαγής των βασικών παραμέτρων.
Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι το Κυπριακό μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένο σε μια ατέρμονη συζήτηση διαδικασιών. Η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών, δείχνει ότι οι διαδικασίες υπάρχουν, τα ψηφίσματα υπάρχουν και οι παράμετροι υπάρχουν. Αυτό που συχνά απουσιάζει, είναι η αδιάλλακτη στάση της Τουρκίας, η οποία επιμένει σε λύση δύο κρατών.
Αν η Τουρκία επιλέξει μια προσέγγιση που θα επιτρέψει συμβιβασμούς στα κρίσιμα ζητήματα, τότε μπορεί να δημιουργηθεί πραγματική προοπτική λύσης. Αν, αντίθετα, παραμείνουν αμετακίνητες θέσεις που οδηγούν σε παγίωση της διχοτόμησης, τότε καμία διπλωματική προσπάθεια, δεν θα μπορέσει από μόνη της να αλλάξει την πραγματικότητα.
Η δήλωση Γκουτέρες, λοιπόν, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ούτε ως μεγάλη αλλαγή, ούτε ως μια απλή τυπική αναφορά. Είναι μια υπενθύμιση ότι το πλαίσιο παραμένει εκεί. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση-και κυρίως από την Τουρκία-να αξιοποιηθεί.
Γιατί στο τέλος, το Κυπριακό δεν θα κριθεί από τις λέξεις των διεθνών αξιωματούχων, αλλά από τις αποφάσεις εκείνων, που έχουν τη δύναμη να ανοίξουν ή να κλείσουν τον δρόμο προς μια συμφωνία.