Η Λευκωσία, επιμένει ότι ο τελικός στόχος, δεν μπορεί να είναι άλλος από την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, στη συμφωνημένη βάση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, μιλώντας στον ALPHA, έστειλε μήνυμα ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να αποδεχθεί μια διαδικασία στην οποία τα ΜΟΕ θα μετατραπούν σε υποκατάστατο της πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η θέση της κυβέρνησης, είναι σαφής: τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης είναι χρήσιμα και επιθυμητά, αλλά δεν αποτελούν αυτοσκοπό, ούτε προαπαιτούμενο για τη σύγκληση της διευρυμένης διάσκεψης. Στόχος, είναι η επιστροφή στο τραπέζι των ουσιαστικών συνομιλιών.
Η τοποθέτηση αυτή, αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις πρόσφατες δηλώσεις της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρίας Άνχελα Ολγκίν. Η απεσταλμένη του Αντόνιο Γκουτέρες, έχει δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρόοδο στα ΜΟΕ, στις απευθείας επαφές των δύο ηγετών, αλλά και στη δημιουργία συνθηκών, που θα επιτρέψουν μια νέα διάσκεψη να έχει αποτέλεσμα.
Εδώ ακριβώς, βρίσκεται η λεπτή ισορροπία για τη Λευκωσία. Η κυβέρνηση, δεν θέλει να εμφανίζεται ότι αντιπαρατίθεται με την Ολγκίν, της οποίας τον διορισμό και την ανανέωση της εντολής, είχε από την αρχή επιδιώξει. Ούτε όμως είναι διατεθειμένη, να αποδεχθεί μια λογική, σύμφωνα με την οποία κάθε επόμενο βήμα στο Κυπριακό, θα εξαρτάται από την επίλυση προηγουμένως, επιμέρους ζητημάτων.
Την ίδια ώρα, η τουρκική πλευρά εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τα ΜΟΕ, ως πεδίο πολιτικής πίεσης. Η υπόθεση των σημείων διέλευσης, είναι χαρακτηριστική. Η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε συμβιβαστική πρόταση του Γενικού Γραμματέα για τη διαδρομή Αθηένου–Πυρόι–Αγλαντζιά, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν την αποδέχτηκε, επικαλούμενη ζητήματα, που συνδέονται με στρατιωτικές περιοχές.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: συμφωνία για τα σημεία διέλευσης δεν υπάρχει.
Και όμως, από την τουρκική πλευρά επιχειρείται να δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Πρόκειται για μια γνώριμη τακτική στο Κυπριακό: η ουσία της διαφωνίας μετακινείται από την κατοχή και την άρνηση αποδοχής μιας συμφωνημένης διαδικασίας, σε μια επικοινωνιακή αντιπαράθεση για το ποιος δήθεν μπλοκάρει την πρόοδο.
Ο Τουφάν Ερχιουρμάν, κινείται στην ίδια λογική, έστω και με διαφορετικό πολιτικό ύφος. Από τη μία δηλώνει ότι διαμορφώνεται έδαφος για επαναδιαπραγμάτευση του Κυπριακού. Από την άλλη, σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι 5+1 χωρίς την Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξει.
Ο Έρχιουρμαν, υποστηρίζει ότι δεν έχει σημασία το «όνομα» του μοντέλου αλλά το περιεχόμενο. Ωστόσο, το Κυπριακό δεν μπορεί να ξεκινήσει από μηδενική βάση. Υπάρχουν αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, συμφωνημένες συγκλίσεις και ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, στο οποίο έχει επανειλημμένα αναφερθεί ο ΟΗΕ.
Η προσπάθεια να μετατραπεί η συζήτηση από το συμφωνημένο πλαίσιο, σε μια αόριστη διαπραγμάτευση για «περιεχόμενο», εγκυμονεί έναν προφανή κίνδυνο: να ανοίξει εκ νέου όλη η συζήτηση για το μοντέλο λύσης, χωρίς κανείς να γνωρίζει πού σταματά η διαπραγμάτευση και πού αρχίζουν οι νέες τουρκικές αξιώσεις.
Την ίδια στιγμή, η επίκληση της Τουρκίας ως απαραίτητου παράγοντα για την 5+1, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ουδέτερη διαπίστωση. Η Τουρκία, είναι η κατοχική δύναμη στην Κύπρο και η χώρα που εξακολουθεί να διατηρεί στρατεύματα στο νησί. Είναι επίσης η δύναμη που στηρίζει πολιτικά και διπλωματικά τη θέση περί δύο κρατών, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία και ο ΟΗΕ δεν αποδέχονται ως βάση λύσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ρητορική περί «πολιτικής βούλησης» αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Λευκωσία, έχει αποδείξει τη βούλησή της να κινηθεί προς τη διαδικασία. Το ερώτημα είναι αν η Άγκυρα είναι έτοιμη να κάνει το ίδιο, όχι μόνο στα λόγια, αλλά με συγκεκριμένες κινήσεις.
Η επόμενη συνάντηση Χριστοδουλίδη-Ερχιουρμάν στις 26 Αυγούστου, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Θα πρέπει να φανεί εάν η νέα κινητικότητα μπορεί να οδηγήσει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα ή εάν θα επαναληφθεί το γνώριμο σκηνικό: δημόσιες διακηρύξεις περί προόδου, αλλά επί του εδάφους, νέες απαιτήσεις και νέες καθυστερήσεις.


