Οι βουλευτικές εκλογές, άλλαξαν τους συσχετισμούς, ο ΔΗΣΥ αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτικός από όσο ενδεχομένως ανέμενε το Προεδρικό, ενώ δύο από τα κόμματα που συμμετείχαν στην κυβερνητική συμμαχία, η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ, βρέθηκαν εκτός Βουλής.Την ίδια στιγμή, το ΔΗΚΟ διατήρησε τον κοινοβουλευτικό του ρόλο, έστω και με απώλειες. Το αποτέλεσμα, ήταν να περιοριστεί ο διαθέσιμος πολιτικός χώρος, στον οποίο μπορούσε να κινηθεί ο Πρόεδρος.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ο τελευταίος ανασχηματισμός δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως αλλαγή προσώπων. Είναι, πρωτίστως, πολιτική άσκηση αναδιάταξης δυνάμεων. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, επιχειρεί να διασφαλίσει το κυβερνητικό του μέλλον, να αποτρέψει νέες φυγόκεντρες τάσεις στο στρατόπεδο που τον στηρίζει και ταυτόχρονα, να αρχίσει να χτίζει από τώρα, τις προϋποθέσεις για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Σε αυτή την προσπάθεια, το ΔΗΚΟ έχει πλέον ξεχωριστή θέση. Το ΔΗΚΟ, δεν είναι απλώς εταίρος. Είναι ο βασικός κοινοβουλευτικός πυλώνας
Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών, η σχέση Προεδρικού και ΔΗΚΟ, δεν μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί, όπως προηγουμένως. Το ΔΗΚΟ, είναι πλέον το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα της συγκυβέρνησης, γεγονός που του προσδίδει πολλαπλάσια διαπραγματευτική αξία. Οι επαφές Χριστοδουλίδη με τον Νικόλα Παπαδόπουλο, οι συζητήσεις για τον ανασχηματισμό και η συμφωνία για έναν πιο οργανωμένο μηχανισμό συντονισμού, καταδεικνύουν ότι ο Πρόεδρος, επέλεξε όχι απλώς να διατηρήσει τη συνεργασία, αλλά να την εμβαθύνει.
Η επιλογή αυτή, έχει λογική. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης, γνωρίζει ότι μέχρι το 2028 χρειάζεται πολιτική σταθερότητα στη βουλή. Χρειάζεται, επίσης, ένα κόμμα που θα μπορεί να λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο Προεδρικό και τη Βουλή. Το ΔΗΚΟ, είναι σήμερα το μόνο κόμμα, που μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο, με κοινοβουλευτικούς όρους.
Ο τελευταίος ανασχηματισμός, επομένως, δεν είναι απλώς μια ανταμοιβή προς τον Νικόλα Παπαδόπουλο για τη στήριξή του. Είναι μια επένδυση, στη διατήρηση της ίδιας της κυβερνητικής αρχιτεκτονικής.
Αυτό, δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες. Το αντίθετο. Η σχέση Χριστοδουλίδη–ΔΗΚΟ εξακολουθεί να έχει ένταση και αμοιβαίες καχυποψίες. Όμως, η πολιτική πραγματικότητα, επιβάλλει πλέον και στις δύο πλευρές να επενδύσουν περισσότερο στη συνεργασία, παρά στη ρήξη. Η συζήτηση του καλοκαιριού, κατέδειξε ακριβώς αυτή την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της σχέσης, με περισσότερη συνεννόηση και μεγαλύτερη συμμετοχή του ΔΗΚΟ, στη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, κέρδισε συνεπώς, κάτι πολύ σημαντικό: χρόνο και κυρίως, κέρδισε την απομάκρυνση, τουλάχιστον προς το παρόν, του σεναρίου μιας αποχώρησης του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση.
ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ: δυσαρεστημένοι, αλλά όχι εκτός παιχνιδιού
Η άλλη πλευρά της εξίσωσης, είναι πιο περίπλοκη. Η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ έχουν τους δικούς τους λόγους, για να αισθάνονται ότι η σχέση τους με το Προεδρικό, δεν εξελίχθηκε όπως θα ανέμεναν. Το πολιτικό τους βάρος, περιορίστηκε μετά τις βουλευτικές εκλογές και η απουσία τους από τη Βουλή, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης ωστόσο, δεν έχει λόγο να εγκαταλείψει αυτές τις σχέσεις. Ακόμη και χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, τα δύο κόμματα εξακολουθούν να διαθέτουν μηχανισμούς, στελέχη, δίκτυα και πολιτική επιρροή, στον λεγόμενο ενδιάμεσο χώρο. Κυρίως, αποτελούν μέρος του πολιτικού σχήματος, που στήριξε την εκλογή του, το 2023.
Η επιλογή του Προέδρου, είναι επομένως περισσότερο συντηρητική, παρά επιθετική: δεν επιδιώκει να λύσει όλα τα προβλήματα με την ΕΔΕΚ και τη ΔΗΠΑ, αλλά να μην επιτρέψει τη μετατροπή της δυσαρέσκειας, σε οριστική πολιτική απομάκρυνση.
Αυτό εξηγεί και τη διατήρηση ανοικτών διαύλων. Ο Πρόεδρος, χρειάζεται να κρατήσει το κέντρο, όσο γίνεται περισσότερο ενωμένο γύρω από τη δική του υποψηφιότητα, ακόμη κι αν γνωρίζει, ότι τα κόμματα αυτά, έχουν πλέον μικρότερη θεσμική δύναμη.
Με απλά λόγια, το ΔΗΚΟ είναι ο κοινοβουλευτικός πυλώνας, ενώ ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ παραμένουν πολιτικά αποθέματα, που ο Πρόεδρος δεν θέλει να χάσει.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι η ηγεσία του ΔΗΣΥ, δεν πρόκειται να του προσφέρει εύκολη πολιτική συνύπαρξη, μέχρι το 2028. Η αντιπαράθεση για τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς, είναι χαρακτηριστική. Ο ΔΗΣΥ, κατηγόρησε την κυβέρνηση για κομματικές επιλογές και για διορισμούς προσώπων, που συνδέονται με το κυβερνητικό στρατόπεδο, ενώ το Προεδρικό απάντησε με την κατηγορία, ότι ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, εμφανίζονται να κινούνται με κοινή επιχειρηματολογία και σχεδόν ταυτόχρονο, πολιτικό βηματισμό.
Είναι εδώ που εμφανίζεται η πολιτική χρησιμότητα του όρου «ΔΗΣΑΚΕΛ». Για την κυβέρνηση, η αναφορά αυτή, δεν είναι απλώς μια επικοινωνιακή επίθεση, προς την ηγεσία του ΔΗΣΥ. Είναι προσπάθεια, να δημιουργηθεί μια διαφορετική πολιτική εικόνα: ότι η σημερινή ηγεσία του Συναγερμού, όταν επιτίθεται στην κυβέρνηση, καταλήγει να βρίσκεται στην ίδια πλευρά με το ΑΚΕΛ.
Ο στόχος. δεν είναι απαραίτητα να πειστεί ολόκληρος ο ΔΗΣΥ. Είναι πολύ πιο συγκεκριμένος: να διατηρηθεί ανοιχτός ο δρόμος προς εκείνο το τμήμα των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ που στήριξε τον Χριστοδουλίδη το 2023.
Αυτοί οι ψηφοφόροι, αποτελούν κρίσιμο κομμάτι της εκλογικής εξίσωσης του 2028. Ο Πρόεδρος, δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο, ότι θα επιστρέψουν αυτομάτως στον ΔΗΣΥ, επειδή το κόμμα βρίσκεται σήμερα στην αντιπολίτευση. Αντίθετα, θα επιχειρήσει να τους υπενθυμίζει, ότι το 2023 δεν ψήφισαν απαραίτητα έναν κομματικό υποψήφιο, αλλά μια πολιτική επιλογή που θεώρησαν συμβατή, με τις δικές τους θέσεις και ανησυχίες.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», επομένως, λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο αποσύνδεσης της βάσης από την ηγεσία.
Η λογική είναι απλή: άλλο ο ΔΗΣΥ ως ιστορικός χώρος της κυπριακής κεντροδεξιάς και άλλο η σημερινή ηγεσία του. Αν το Προεδρικό, κατορθώσει να ενισχύσει αυτή τη διάκριση, τότε μπορεί να επιχειρήσει να κρατήσει ένα μέρος της εκλογικής βάσης του ΔΗΣΥ, μέσα στη δική του ευρύτερη συμμαχία.
Το μεγάλο στοίχημα είναι η βάση, όχι η ηγεσία και εδώ, βρίσκεται και το πιο φιλόδοξο σχέδιο του Νίκου Χριστοδουλίδη.
Είναι αδύνατο, να προσεγγίσει την ηγεσία του ΔΗΣΥ, όσο η σύγκρουση παραμένει τόσο έντονη. Είναι όμως πολύ πιο εύκολο, να απευθυνθεί στους ψηφοφόρους του. Η πολιτική του προσπάθεια, μπορεί να περάσει μέσα από πρόσωπα, κοινωνικές ομάδες, επαγγελματικούς χώρους και στελέχη που δεν αισθάνονται υποχρεωμένα να ακολουθούν κάθε επιλογή της ηγεσίας του ΔΗΣΥ.
Η συζήτηση για πρόσωπα, που προέρχονται, ή πολιτικά τοποθετούνται στον χώρο του ΔΗΣΥ και ενδεχομένως θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση, εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Ήδη, από τις διαβουλεύσεις για τον ανασχηματισμό, υπήρχαν αναφορές σε επαφές του Προέδρου, με πρόσωπα που πολιτικά εντάσσονται στον Συναγερμό.
Το 2028 αρχίζει να κρίνεται από τώρα
Ο Πρόεδρος, γνωρίζει ότι οι προεδρικές δεν θα κριθούν μόνο από το ποιο κόμμα θα τον στηρίξει. Θα κριθούν από το αν, θα καταφέρει να δημιουργήσει ένα αρκετά μεγάλο και ετερογενές εκλογικό ακροατήριο.
Το 2023, αυτό το ακροατήριο δημιουργήθηκε γύρω από μια αντιπαράθεση που υπερέβαινε τα παραδοσιακά κομματικά σύνορα. Το 2028 όμως, ο Νίκος Χριστοδουλίδης, θα πρέπει να κάνει κάτι δυσκολότερο: να αποδείξει ότι η δική του πολιτική συμμαχία, μπορεί να ανανεωθεί χωρίς να διαλυθεί.
Γι' αυτό και ο ανασχηματισμός έχει μεγαλύτερη σημασία, από αυτή που του αποδίδεται, σε επίπεδο προσώπων. Είναι μια προσπάθεια, να μετατραπεί η μέχρι σήμερα ευκαιριακή κυβερνητική συνεργασία, σε πιο σταθερό πολιτικό οικοδόμημα.
Το ΔΗΚΟ, ήρθε πιο κοντά. Η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ παραμένουν στο κάδρο, παρά τη δυσαρέσκεια. Απέναντι στον ΔΗΣΥ, το Προεδρικό επιλέγει την πόλωση στην ηγεσία, αλλά την προσέγγιση προς τη βάση.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό στοίχημα, των επόμενων σχεδόν δύο χρόνων. Αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης, καταφέρει να κρατήσει το ΔΗΚΟ «δεμένο» με την κυβέρνηση, να μην αφήσει την ΕΔΕΚ και τη ΔΗΠΑ να μετατραπούν σε καθαρούς αντιπάλους και ταυτόχρονα να διατηρήσει σημαντικό κομμάτι της εκλογικής βάσης του ΔΗΣΥ μέσα στη δική του επιρροή, τότε θα έχει διαμορφώσει μια εκλογική εξίσωση, με σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης.
Αν, αντίθετα, η σύγκρουση με τον ΔΗΣΥ συσπειρώσει την κεντροδεξιά βάση, αν το ΔΗΚΟ αρχίσει να θεωρεί ότι πληρώνει πολιτικό κόστος για τη συγκυβέρνηση και αν η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ επιλέξουν να αποστασιοποιηθούν, τότε το σημερινό σχέδιο, μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο εύθραυστο.


