Οι αποφάσεις εντάσσονται σε έναν συνολικότερο, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, με στόχο τη σημαντική ενίσχυση της υδατικής ασφάλειας της χώρας και τη σταδιακή μείωση της εξάρτησης της ύδρευσης από τις βροχοπτώσεις και τα αποθέματα των φραγμάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, εγκρίθηκε η υλοποίηση τριών νέων Μόνιμων Μονάδων Αφαλάτωσης στη Δεκέλεια, δυναμικότητας 80.000 κ.μ. ημερησίως, στην Αγία Θέκλα, δυναμικότητας 30.000 κ.μ. ημερησίως, και στην Πόλη Χρυσοχούς, δυναμικότητας 10.000 κ.μ. ημερησίως, νοουμένου ότι θα εξασφαλιστούν όλες οι απαιτούμενες εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις.
Οι τρεις νέες Μονάδες θα προωθηθούν παράλληλα με τη νέα Μόνιμη Μονάδα Αφαλάτωσης Ανατολικής Λεμεσού, δυναμικότητας 60.000 κ.μ. ημερησίως, η υλοποίηση της οποίας έχει ήδη εγκριθεί. Οι τέσσερις νέες Μόνιμες Μονάδες Αφαλάτωσης θα έχουν συνολική προβλεπόμενη δυναμικότητα 180.000 κ.μ. νερού ημερησίως.
Στο πλαίσιο της επαναξιολόγησης έργων που είχαν προγραμματιστεί ως έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, αποφασίστηκε η ακύρωση της Κινητής Μονάδας Αφαλάτωσης στην Αγία Νάπα, η οποία αντικαθίσταται στον σχεδιασμό από τη νέα Μόνιμη Μονάδα Αφαλάτωσης στην Αγία Θέκλα. Αποφασίστηκε, επίσης, η αναβολή της Πλωτής Μονάδας Αφαλάτωσης στη Γερμασόγεια, η αναγκαιότητα της οποίας θα επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο χρόνο, με βάση τις υδατικές ανάγκες, τα υδατικά αποθέματα και το οικονομικό κόστος.
Παράλληλα, αποφασίστηκε η προώθηση της υλοποίησης του Εξαετούς Πλάνου Αφαλατώσεων για την περίοδο 2025-2031, καθώς και, καταρχήν, η προώθηση υλοποίησης του Μακροπρόθεσμου Πλάνου Αφαλατώσεων για κάλυψη των υδρευτικών αναγκών της χώρας μέχρι το 2050.
Στο πλαίσιο του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων προχωρεί επίσης σε διαδικασία για εκπόνηση Στρατηγικής Μελέτης Βιωσιμότητας Έργων Αφαλατώσεων, η οποία θα εξετάσει, ως βασικό σενάριο, τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του 100% των αναγκών ύδρευσης της χώρας με αφαλατωμένο νερό. Στη βάση των συμπερασμάτων της Μελέτης θα ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις για την υλοποίηση του Μακροπρόθεσμου Πλάνου.
Με τις αποφάσεις αυτές γίνεται ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα για την ενίσχυση της υδατικής ασφάλειας της Κύπρου και τη δημιουργία ενός πιο ασφαλούς, ανθεκτικού και αξιόπιστου υδατικού συστήματος, ώστε η υδροδότηση των πολιτών να εξαρτάται σε σημαντικά μικρότερο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες.