Πριν από λίγες μέρες, το κυπριακό κοινοβούλιο απέκτησε επίσημα το δικό του ισραηλινό λόμπι όταν έξι βουλευτές από τον ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ και το ΕΛΑΜ ενώθηκαν με πρωτοβουλία του Χρύση Παντελίδη για να ιδρύσουν το κυπριακό παράρτημα του διεθνούς δικτύου Israel Allies Foundation (IAF) ενός αμφιλεγόμενου οργανισμό με παρουσία σε 68 κοινοβούλια ανά το παγκόσμιο που προωθεί τη λεγόμενη «διπλωματία βασισμένη στην πίστη» , συσπειρώνοντας πολιτικούς ανά τον κόσμο για την προάσπιση των ισραηλινών συμφερόντων με επίκληση σε ιουδαιοχριστιανικές(!) αξίες - ό,τι κι αν στ’ ανάθεμα σημαίνει αυτό.
Βασικά μιλάμε για ένα φιλοϊσραηλινό λόμπι, έναν εβραϊκό θύλακα εντός της Βουλής των Αντιπροσώπων (χμμ αναρωτιέμαι πως θα κάτσει αυτό με τους φανατικούς χριστιανούς και ενδόμυχα de facto αντισημίτες της παραδοσιακής ακροδεξιάς) που θα προωθεί φυσικά τα συμφέροντα του Τελ Αβίβ επί κυπριακού εδάφους. Δεν με ξετρελαίνει η ιδέα αλλά α) δεν είναι η πρώτη φορά που κάποια ξένη -και ισχυρή- χώρα ασκεί επιρροή με κρυφούς ή φανερούς τρόπους στο εσωτερικό και β) η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να λέει όχι σε τέτοιες προτάσεις ακόμα και αν τα υποτιθέμενα «κέρδη» δεν ξεπερνούν ποτέ το επίπεδο του «πουλάω μούρη στους Τούρκους για περίπου πέντε λεπτά μέχρι να τα ξαναβρούν με το Ισραήλ». Ομως, από το «ευθυγραμμίζομαι με την εθνική εξωτερική πολιτική για τα συμφέροντα του κράτους» μέχρι το «πουλάω κανονική εκδούλευση» μεσολαβεί μια θάλασσα αυταπάτης.
Ως επικεφαλής αυτής της νέας κοινοβουλευτικής ομάδας, ο βουλευτής του ΔΗΚΟ Χρύσης Παντελίδης αντί να κρατήσει χαμηλούς τόνους και μια διακριτική στάση τύπου «εντάξει ρε παιδιά, ποιος λέει όχι στο Ισραήλ;» που να δείχνει αν μη τι άλλο ότι «τρώει μία για την ομάδα» (λέμε τώρα) περιφέρεται στα Μέσα για να διαφημίσει το λόμπι πάνω-κάτω ως το... μεγαλύτερο πολιτικό επίτευγμα της τελευταίας 50ετίας (ναι, στο ΔΗΚΟ ανήκει κι αυτό το ξεφτιλίκι). Μάλιστα στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί το εγχείρημα παραλίγο να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο λέγοντας στην Ηλιάδη ότι άλλο Κυπριακό και άλλο Παλαιστινιακό γιατί «δεν υπήρξε Παλαιστινιακό Κράτος» και υποβάθμισε το θέμα λέγοντας ότι το Ισραήλ «απλά κατέχει κάποια εδάφη». Τόσο... απλά. Η απάντηση από τον Πρέσβη της Παλαιστινιακής Αρχής Abdallah Attari, ο οποίος υπενθύμισε στον ξεχασιάρη Χρύση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν επίσημα το Κράτος της Παλαιστίνης που κατά τον ίδιο... δεν υπάρχει, ρωτώντας τον δεικτικά: «Είναι τόσο απλή και ανούσια για εσάς η κατοχή;». Αουτς!
Όσο κι αν κάποιοι πιπιλίζουν την καραμέλα «άλλο Κυπριακό άλλο Παλαιστινιακό» υπάρχουν ομοιότητες που δεν μπορείς να αγνοήσεις κι αυτές συνοψίζονται στους όρους «εισβολή», «κατοχή» και «εποικισμός» που κανονικά θα έπρεπε να μας λένε κάτι, σωστά; Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί γιατί αυτά τα πράγματα έχουν το κακό συνήθειο να επιστρέφουν κάποια στιγμή για να μας δαγκώσουν στον κώλο. Δεν παίζεις με διεθνείς συνθήκες, ανθρώπινα δικαιώματα, ψηφίσματα του ΟΗΕ, νομιμότητα ειδικά όταν επικαλείσαι αυτό το πακέτο κάθε τρεις και λίγο για το δικό σου, άλυτο εδώ και μισό αιώνα, πρόβλημα. Το ξαναλέω: σε επίπεδο κυβερνήσεων είναι προς το συμφέρον μας η σύσφιξη σχέσεων με το Ισραήλ και η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση (όπως άλλωστε έπραξαν και οι προηγούμενες - ναι, και του Χριστόφια όπου μάλιστα πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσκεψη Ισραηλινού πρωθυπουργού της ιστορίας - μαντέψτε ποιος ήταν!). Όμως υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει τις παραδοσιακές καλές σχέσεις και τη συνεργασία σε διαφόρους τομείς από τον εκβιασμό, την υποτέλεια και την εκδούλευση. Χρειάζεται η Κύπρος μια στενή, αγαστή συνεργασία με το κράτος του Ισραήλ; Φυσικά και χρειάζεται! Χρειάζεται η κυπριακή βουλή ένα ξένο λόμπι ακραίων Εβραίων φονταμενταλιστών όπως το IAF; Όσο και μια πισίνα με πιράνχα. Αυτή είναι η διαφορά.
Η αντίδραση του Παλαιστίνιου πρέσβη (τίτλοι όπως «Τα παιχνίδια του Attari», «Μας παίζει κανονικά (στ)ο Attari» και «Το τερμάτισε ο Attari» πρακτικά γράφονται μόνοι τους) προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και επανέφερε στην επιφάνεια μια παλιά, κακή συνήθεια στην κυπριακή πολιτική ζωή: τη θεσμική μας υποτέλεια. Η Λευκωσία μοιάζει να έχει αποδεχθεί σιωπηρά τον ρόλο μιας ρωμαϊκής επαρχίας, όπου κάθε διαπιστευμένος πρέσβης ισχυρού κράτους δικαιούται, όποτε στραβώσει η διάθεσή του, να βγάζει τη ράβδο του τοποτηρητή και να μαλώνει τους ιθαγενείς, την ώρα που οι δικοί μας πολιτικοί διαγκωνίζονται για το ποιος θα εκπροσωπήσει καλύτερα τα ξένα λόμπι.
Βέβαια, αυτοί που αντέδρασαν εντονότερα για την επίθεση επί προσωπικού του Attari στον Χρύση Παντελίδη είναι ακριβώς οι ίδιοι που επευφημούσαν τον τέως πρέσβη του Ισραήλ, τον πανύψηλο Ορέν Ανόλικ, όταν επιτέθηκε προσωπικά στον Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ Στέφανου Στεφάνου με αφορμή τις καταγγελίες του τελευταίου για τις μαζικές, ανεξέλεγκτες αγορές κυπριακής γης από Ισραηλινούς υπηκόους (ενώ οι αντίστοιχες από Ρώσους κλασικά μύριζαν λεβάντα), χαρακτηρίζοντας τις καταγγελίες ως «αντισημιτικές» (όπως άλλωστε και κάθε κριτική σε βάρος της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Ισραήλ). Να μην θυμηθούμε και τον διαβόητο Ρώσο πρέσβη Στάνισλαβ Οσάτσι ο οποίος κάθε τρεις και λίγο νουθετούσε την κυπριακή κυβέρνηση για διάφορα ζητήματα, από την ξεδιάντροπη απόπειρα επηρεασμού της κυπριακής δικαιοσύνης στην υπόθεση Bill Browder μέχρι τις συγκαλυμμένες απειλές για τον τουρισμό μας με αφορμή τις κυρώσεις μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Η διεθνής διπλωματία, βέβαια, δεν βασίζεται στην καλή θέληση, αλλά σε ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο: τη Σύμβαση της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις (1961). Το Άρθρο 41 ορίζει ρητά ότι όλα τα πρόσωπα που απολαμβάνουν διπλωματικά προνόμια «έχουν το καθήκον να μην παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις» του κράτους διαπίστευσης και πως κάθε επίσημη υπόθεση πρέπει να διεξάγεται αποκλειστικά μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών. Όταν ένας πρέσβης επιχειρεί να υπαγορεύσει πώς θα κινηθεί η κυπριακή Δικαιοσύνη ή όταν επιτίθεται δημόσια σε κοινοβουλευτικά κόμματα, παραβιάζει ευθέως τον πυρήνα αυτής της Σύμβασης.
Αποφασίστε λοιπόν, θα πρέπει να μιλάνε οι πρέσβεις ή όχι; Θα πρέπει να αντιδρούν σε γεγονότα που ναι μεν έχουν σχέση με τις χώρες τους αλλά ΔΕΝ άπτονται των διμερών σχέσεων και είναι καθαρά εσωτερικά; Έχουν δικαίωμα να τα χώνουν σε εγχώρια πολιτικά πρόσωπα, να νουθετούν, να «αφήνουν να εννοηθεί» ή να απειλούν εξόφθαλμα;
Ή επιτρέπεται να τα κάνουν όλα αυτά όταν απλά ταυτίζονται οι απόψεις μας;