«Μεγάλο το κακό που πάθαμε, κόρη μου» – Συγκλονιστική κατάθεση ψυχής από ένα Κερυνιώτη – «Εσκοτώσαν μας τα όνειρα μας»

«Μεγάλο το κακό που πάθαμε, κόρη μου» – Συγκλονιστική κατάθεση ψυχής από ένα Κερυνιώτη – «Εσκοτώσαν μας τα όνειρα μας»

«Εγώ είμαι Κερυνιώτης. Καταγωγή Πέλλα Πάις, γέννημα 1948». Έτσι ξεκίνησε η κουβέντα μας με τον κύριο Σάββα Σιερκέσσαβα.

Με καλωσόρισε στο σωμαείο «Αδούλωτη Κερύνεια», καθίσαμε απέναντι, και άρχισε να μου μιλά για το πατρικό του σπίτι πίσω από το κάστρο της Κερύνειας, για τα περβόλια και τις καλοκαιρινές νύχτες στην Χρυσοκάβα. Για τις νύχτες που μαζεύονταν όλη η γειτονιά στην ταράτσα με τις κουβέρτες για να δουν τον δορυφόρο.

Σύντομα η κουβέντα μας εξελίχθηκε σε μια συγκινητική κατάθεση ψυχής. Όσο μου μιλούσε τα μάτια του βούρκωναν, μου μίλησε για τα ανέμελα παιδικά του χρόνια, για τη γη που με τόσο κόπο υπηρέτησαν οι πρόγονοι του, για τους ανθρώπους που αγάπησε και για την καθημερινότητα που διακόπηκε βίαια το καλοκαίρι του 1974.

Το σύνθημα «Δεν Ξεχνώ» που ήταν στον τοίχο απέναντι μου απέκτησε φωνή, πιο δυνατή από ποτέ. Δεν ήταν εύκολο να μοιραστεί όσα τον σημάδεψαν, με φωνή που έτρεμε και με το παράπονο στο βλέμμα του, μου μίλησε για όσα τόσο άδικα του στέρησαν τη ζωή και το μέλλον του, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μου εκμυστηρεύτηκε τις μέρες αγωνίας και αβεβαιότητας που βίωσε ολόκληρη η οικογένεια του μετά την κατάληψη της Κερύνειας, καθώς είχε χάσει κάθε επαφή μαζί τους.

«Μεγάλο το κακό που πάθαμε, κόρη μου. Μεγάλο. Σκότωσαν μας τα όνειρά μας, τις προοπτικές μας. Όσα χρόνια και αν περάσουν, δεν ξιάνετε τίποτε. Πώς να ξεχάσουμε;».

Η ζωή στο Πέλλα Παις

Ο κύριος Σάββας γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πέλλα Παις το 1948, το σπίτι του ήταν ανατολικά, πίσω από το κάστρο της Κερύνειας. Εκεί ήταν ο κόσμος του, ένας κόσμος που δεν γνώριζε πως κάποτε θα έπρεπε να τον περιγράφει σε άλλους, σαν μια ανάμνηση από μια ζωή που δεν θα μπορούσε πια να ζήσει.

«Εγώ μεγάλωσα από μωρό μέσα στα χωράφια».

Καθώς μου μιλούσε για την Κερύνεια των παιδικών του χρόνων, η φωνή του άλλαξε. «Εγώ μεγάλωσα από μωρό μέσα στα χωράφια».

Οι εικόνες και οι ιστορίες, ξεπηδούσαν, η μία μετά την άλλη, γεμάτες φως, μυρωδιές και εκείνη την ανεπιτήδευτη ελευθερία μιας εποχής που τότε κανείς δεν φανταζόταν πως θα γινόταν τόσο πολύτιμη.

Μεγάλωσε μέσα στα χωράφια, ο πατέρας του ήταν γεωργός και ο ίδιος γνώρισε από μικρός τη γη, τα περβόλια και τις διαδρομές από την Κερύνεια μέχρι τον Άγιο Αμβρόσιο και τη Χαλεύκα. Θυμάται τον πατέρα του να φεύγει κάθε Δευτέρα πρωί με τα ζώα, για να ανεβεί στο βουνό, πριν φύγει, έλεγε πως την Τετάρτη, όταν θα επέστρεφε, ήθελε ψάρι στο τραπέζι. Και τα παιδιά ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν.

«Πηγαίναμε στην παραλία μας, με το κόσσινο βάζαμε μια κουρούκλα, τη ρίχναμε στο νερό και γέμωνε ψαράκια», θυμάται.

Θυμήθηκε τα καλοκαιρινά βράδια στην Κερύνεια, τότε που όλα είχαν άλλο νόημα . Σύμφωνα με τον κ. Σάββα τα βράδια, μαζεύονταν με τους γείτονες στη Χρυσοκάβα, στην περιοχή πίσω από το κάστρο, πάνω στο πέτρινο έδαφος, άπλωναν τις κουβέρτες, έστρωναν το τραπέζι στο έδαφος και έτρωγαν όλοι μαζί. «Τα σπίτια μας ήταν ανοιχτά», θυμάται με νοσταλγία, οι γείτονες ήταν κομμάτι της οικογένειας και οι μέρες κυλούσαν χωρίς να χρειάζεται κανείς να σκεφτεί πόσο εύθραυστη μπορεί να είναι η ευτυχία.

Θυμήθηκε και τα βράδια που έπαιρναν τα παπλώματά τους και ανέβαιναν στην ταράτσα. «Ξέραμε πότε περίπου θα περνούσε ο δορυφόρος και περιμέναμε να τον δούμε στον ουρανό».

Πώς να ξεχάσει αυτές τις μικρές αλλά τελικά μεγάλες στιγμές, τα ψάρια και το οικογενειακό τραπέζι κάτω από τον έναστρο ουρανό τα καλοκαίρια. Αυτές οι αναμνήσεις είναι που επιστρέφουν ακόμα και σήμερα στα όνειρά του, ο τόπος του, οι άνθρωποι του.  

«Αυτή είναι η ζωή που αναπολούμε. Πώς να την ξεχάσεις;»

Έφυγε για σπουδές, επέστρεψε για να χτίσει το μέλλον του

Το 1965, ένας θείος του επέμεινε να φύγει για την Αγγλία και να σπουδάσει, για να μην ακολουθήσει τον δρόμο της γεωργίας όπως ο πατέρας του. «Τον άκουσα, έφυγα από την Κύπρο, πήγα στην Αγγλία και σπούδασα Ηλεκτρολογία. Ταυτόχρονα παρακολουθούσα και μαθήματα που αφορούσαν την πολιτική επιστήμη».

Τα βιβλία έγιναν το μεγάλο του πάθος, όπως εξιστορήθηκε. Μελετούσε πολιτικά συστήματα, κοινωνίες, την Ευρώπη και την Ασία.

Επέστρεψε στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 1971, έχοντας μαζί του όχι μόνο τις γνώσεις και τα όνειρά του, αλλά και τη γυναίκα που γνώρισε στο πανεπιστήμιο της Αγγλίας.

Η γυναίκα του ήταν Αγγλίδα και τον ακολούθησε στην Κύπρο, παντρεύτηκαν στην Κερύνεια, με την προοπτική να δημιουργήσουν εκεί τη δική τους ζωή και να φτιάξουν την οικογένεια τους.

Το 1972 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Όλα έμοιαζαν να βρίσκουν τον δρόμο τους, είχε επιστρέψει στον τόπο του, είχε ολοκληρώσει τις σπουδές και τη θητεία του και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την ζωή του. Όμως μόλις στα 26 του η Ιστορία είχε άλλα σχέδια τόσο για τον ίδιο όσο και για χιλιάδες άλλους Κύπριους.

Οι μέρες της εισβολής και η αγωνία

 

«Στις 4 Ιουλίου 1974 έπρεπε να ταξιδέψουμε για Αγγλία, καθώς η μητέρα της συζύγου μου αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Η γυναίκα μου ήταν τότε πέντε μηνών έγκυος».

Δεν μπορούσαν να φανταστούν πως αυτή η αναχώρηση θα τους έβρισκε μακριά από την Κύπρο τις ημέρες του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής.

Όταν η Κερύνεια καταλήφθηκε, η επιστροφή έγινε σχεδόν αδύνατη.

«Όταν έμαθα τι συμβαίνει στην Κύπρο, πήγα στην Πρεσβεία, ήταν και άλλοι Κύπριοι εκεί, φοιτητές και απόδημοι, προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπο να γυρίσουμε στην Κύπρο. Από την Αγγλία πήγαμε στην Ελλάδα και επιβιβαστήκαμε σε πλοίο με προορισμό την Κύπρο. Όμως, κάπου στη μισή διαδρομή, τουρκικά πολεμικά πλοία μας ανάγκασαν να επιστρέψουμε πίσω».

Η προσπάθεια επαναλήφθηκε, τελικά, κατάφερε να φτάσει στην Κύπρο στα τέλη Αυγούστου του 1974.

«Δεν ήξερα πού βρίσκονταν οι γονείς μου, τα αδέλφια μου και οι συγγενείς μου.»

Η Κερύνεια ήταν υπό κατοχή, τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν και η επικοινωνία με τους δικούς του ήταν αδύνατη.

Με το που αποβιβάστηκε, κατατάχθηκε αμέσως. Παράλληλα όπως είπε καθώς εργαζόταν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, κλήθηκε να συμβάλει τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, στην αποκατάσταση του ηλεκτρικού δικτύου. Πάσσαλοι και σύρματα είχαν καταστραφεί και έπρεπε να γίνουν εργασίες για να επανέλθει η ηλεκτροδότηση στις κοινότητες.

Η ζωή του είχε ανατραπεί, η αγωνία για το πού ήταν οι δικοί του άνθρωποι μεγάλωνε.

«Ο πατέρας μου γλίτωσε τα Άδανα την τελευταία στιγμή»

Καθώς οι μέρες περνούσαν, έμαθε ότι οι συγγενείς του είχαν συλληφθεί από τα τουρκικά στρατεύματα. Οι γυναίκες της οικογένειας μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες του χωριού, είχαν καταφύγει σε χώρο του Ερυθρού Σταυρού, όπου φιλοξενούνταν παιδιά με προβλήματα υγείας.

«Οι άνδρες μεταφέρθηκαν στο Πέντε Μίλι, με προορισμό την Τουρκία. Ο πατέρας μου και τα ανίψια του σώθηκαν από τη μεταφορά στα Άδανα την τελευταία στιγμή».

Καθοριστικό ρόλο όπως περιγράφει έπαιξε το παρατσούκλι που είχε δοθεί στην οικογένεια του από Τουρκοκύπριους του γειτονικού Καζαφανιού: «Σιερκέσαββας».

«Η οικογένεια μου είχε το επώνυμο Σαββίδης, όμως ο παππούς μου είχε αποκτήσει το συγκεκριμένο παρατσούκλι από τους Τουρκοκύπριους του χωριού. Η λέξη «σιερκέ» σημαίνει ζάχαρη στα τουρκικά, και το παρατσούκλι αποδιδόταν ως «Ζαχαρόσαββας» Δηλαδή «καλός». Ο πατέρας μου, γεωργός όπως και ο δικός του πατέρας, το είχε κληρονομήσει».

Όταν ένας Τούρκος αξιωματικός ρώτησε τον πατέρα του το όνομά του, εκείνος απάντησε «Σιερκέσαββας». «Ο αξιωματικός παραξενεύτηκε και ρώτησε τον διερμηνέα αν ήταν Τούρκος. Ο πατέρας μου εξήγησε πως ήταν Έλληνας, χριστιανός, και πως το παρατσούκλι τού το είχαν δώσει οι Τουρκοκύπριοι φίλοι του».

«Όταν ο αξιωματικός έμαθε πως ήταν γεωργός, ζήτησε να δει τα χέρια του. Τα ροζιασμένα χέρια του πατέρα μου ενός ανθρώπου, που δούλευε μια ζωή τη γη φαίνεται πως έπαιξαν τον δικό τους ρόλο». Τότε, ο αξιωματικός τον άφησε να φύγει αντί να τον στείλει στο πλοίο για Τουρκία.

«Ο Θεός φώτισε και αυτό δούλεψε υπέρ μας»

Οι άνδρες παρέμειναν για περίπου δέκα ημέρες και, όπως αφηγείται, χρησιμοποιούνταν για να ξεφορτώνουν φορτηγά και να θάβουν νεκρούς σε μαζικό τάφο. «Ούτε ο πατέρας μου ούτε κανένας μπορούσε να καταλάβει αν οι νεκροί ήταν Τούρκοι ή Έλληνες»

Την ίδια ώρα «η αδελφή μου, είχε συλληφθεί μαζί με άλλες γυναίκες και κρατούνταν στο ξενοδοχείο ΤΟΜ του Κατσελή, μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου».

Για μήνες η οικογένεια ζούσε μέσα στην αβεβαιότητα, χωρίς να γνωρίζει αν οι άνθρωποί της ήταν ζωντανοί.

Η μέρα της επανασύνδεσης – «Δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου»

Μέσα στην αγωνία, η επικοινωνία αποκαταστάθηκε μέσα από τον Ερυθρό Σταυρό. Με μηνύματα και πληροφορίες, οι συγγενείς έμαθαν ότι οι δικοί τους βρίσκονταν στο ΤΟΜ και ότι αναμενόταν να αφεθούν ελεύθεροι.

Και πότε τους είδατε ξανά; Τον ρωτάω «στις 6 Δεκεμβρίου 1974, στο Λήδρα Πάλας, η οικογένεια επανενώθηκε. Δεν περιγράφεται εκείνη η μέρα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου τούτη τη στιγμή. Ευχαριστήσαμε τον Θεό που δεν είχαμε απώλεια και είμασταν όλοι καλά. Άλλος κόσμος πέρασε τα πάνδεινα»

Είναι οι στιγμές που δεν χωράνε λόγια, τη συγκίνηση στα μάτια του και το τρέμουλο στη φωνή του καθώς μου περιέγραφε εκείνες τις στιγμές, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ.  

Οι λέξεις του κουβαλούν το βάρος εκείνων των μηνών, την αγωνία για τους δικούς του αλλά και τον φόβο πως μπορεί να μην τους έβλεπε ξανά.

Ήταν ξανά όλοι μαζί, όμως δεν είχαν πια το σπίτι τους, τους αρκούσε όμως που ήταν ζωντανοί και μαζί. «Ξαφνικά βρέθηκες να μην έχεις τίποτε».

Οι γονείς και οι παππούδες του, οι άνθρωποι της Κερύνειας, είχαν περάσει ολόκληρη τη ζωή τους δουλεύοντας στη γη του τόπου τους. Ξαφνικά βρέθηκαν μακριά της, χωρίς περιουσία, χωρίς τα πράγματά τους, χωρίς τίποτε από όσα είχαν δημιουργήσει.

«Πιάνει σε το παράπονο. Οι παππούδες οι γιαγιάδες μας είχαν φάει μια ζωή μέσα στα κτήματα πάνω στη γη της Κερύνειας, ξαφνικά βρέθηκαν πεταξούμενοι χωρίς τίποτε, μόνο με τα ρούχα που φορούσαν».

Δεν χάθηκε μόνο το σπίτι του, τα χωράφια τους, χάθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη ολόκληρος ο κόσμος μέσα στον οποίο είχε μεγαλώσει, είχε εργαστεί, είχε κάνει όνειρα και είχε προγραμματίσει το μέλλον του.

Στο μεταξύ όπως αναφέρει, η γυναίκα του έφτασε στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 1974, έξι μηνών έγκυος, ταξιδεύοντας μέσω Ελλάδας και με πλοίο, και έτσι πλέον ήταν όλοι μαζί.

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε όλη η οικογένεια στις ελεύθερες περιοχές και συγκεκριμένα στη Λευκωσία, νοίκιασαν σπίτι και προσπάθησαν να χτίσουν ξανά τη ζωή τους.

«Κανένας μας δεν κατάλαβε αρχικά, πώς δεν θα επιστρέφαμε πίσω στην Κερύνεια, πιστεύαμε ότι όλο αυτό είναι προσωρινό, θα περνούσαν λίγες ημέρες, και θα επιστρέφαμε πίσω στα σπίτια μας»

Η σκληρή συνειδητοποίηση ήρθε σταδιακά. Η ζωή τους είχε αλλάξει χωρίς να γνωρίζουν πότε ή αν θα μπορούσαν να επιστρέψουν.

Δύο μπαούλα με βιβλία και ένας «πλούτος» που έγινε στάχτη

Τι είναι αυτό που δεν προλάβατε να πάρετε από το σπίτι σας; Τον ρώτησα «άφησα εκεί τον πλούτο μου, τα βιβλία μου», μου απάντησε.

Επιστρέφοντας από την Αγγλία, είχε φέρει μαζί του μια ολόκληρη περιουσία σε βιβλία. Ήταν η πνευματική του παρακαταθήκη όπως μου εξομολογήθηκε, ήταν το αποτέλεσμα των σπουδών και αλλά της προσωπικής του αναζήτησης.

«Τα είχα συγκεντρώσει με κόπο, πολλά από αυτά ήταν πανάκριβα, και τα είχα μεταφέρει στην Κύπρο με ειδική φορτωτική, μέσα σε δύο μεγάλα ξύλινα μπαούλα. Για εμένα εκείνα τα βιβλία ήταν ο πραγματικός μου πλούτος»

Ενώ ήταν ακόμη στην Κερύνεια, ο πατέρας του κατάφερε να πάει πίσω στο σπίτι για να πάρει ρούχα, και τότε βρήκε τα πάντα λεηλατημένα. Μέσα από τον Ερυθρό Σταυρό, του έστειλε ένα μήνυμα: «Προετοιμάστου, τα βιβλία σου, όλα αυτά που θεωρούσες πλούτο σου, καταστράφηκαν».

Η βιβλιοθήκη του είχε χαθεί και μαζί της ένα κομμάτι από τα χρόνια που πέρασε στην Αγγλία, από τα σχέδια που έκανε αλλά και τις προσδοκίες του για το μέλλον.

«Θυμάμαι τον πατέρα μου να πετά τις κονσέρβες από την αγανάκτηση»

Η προσφυγιά αναπόφευκτα έφερε μαζί της και καθημερινές δυσκολίες επιβίωσης. Οι περισσότεροι πρόσφυγες έμεναν σε σκηνές σε προσφυγικούς καταυλισμούς και τους έδιναν κουπόνια για να εξασφαλίσουν φαγητό.

«Ο πατέρας μου ένας άνθρωπος που είχε μάθει να εργάζεται σκληρά και να ζει από τα χέρια του, βρέθηκε να παίρνει κουπόνια για τρόφιμα»

«Δεν θα ξεχάσω τη στιγμή που τον είδα να επιστρέφει από τη διανομή τροφίμων, κρατώντας τις κονσέρβες με «πόλιπιφ». Την τρίτη εβδομάδα, η αγανάκτηση ξεχείλισε. Πέταξε τις κονσέρβες και αποφάσισε πως θα έβρισκε δουλειά»

«Ο κηπουρός από την Κερύνεια»

Όπως ανέφερε, ο πατέρας του έκανε αυτό που ήξερε καλά, έχοντας δουλέψει στη γη της Κερύνειας, άρχισε να φροντίζει κήπους στη Λευκωσία, να κλαδεύει δέντρα και να περιποιείται αυλές σπιτιών.

«Η φήμη του καλού κηπουρού από την Κερύνεια εξαπλώθηκε από τη μία οικογένεια στην άλλη. Οι δουλειές έγιναν τόσες, που έφευγε από το σπίτι πριν ξημερώσει και επέστρεφε όταν σκοτείνιαζε. Βρήκε ξανά τον εαυτό του μέσα από τη δουλειά που αγαπούσε».

Ο πατέρας του συνέχισε να ασχολείται με τους κήπους στα σπίτια της Λευκωσίας μέχρι τα βαθιά γεράματα, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, στα 80 του χρόνια. «Νόσησε με καρκίνο του προστάτη και έφυγε από τη ζωή».

«Έχτισαν ξανά τα όνειρα τους στη Λακατάμια»

«Προσπαθούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας. Με δάνεια που δικαιούμασταν λόγω της εργασίας μου στην Αρχή Ηλεκτρισμού, εγώ και η αδελφή μου αγοράσαμε από κοινού ένα οικόπεδο στη Λακατάμια.»

«Χτίσαμε τα σπίτια μας μόνοι μας, δεν βάλαμε ούτε εργολάβο. Χτίσαμε ένα προσφυγικό σπιτούδι, περίπου 135 τετραγωνικών μέτρων, ότι χρειαζόμασταν».

Πίσω από τα σπίτια τους έφτιαξαν βοηθητικούς χώρους για τους γονείς τους, ώστε να μένουν κοντά τους. Μόνο που η στέγη δεν μπορούσε να σβήσει τον πόνο…

«Γιατί, Θεέ μου;»

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βράδια, που οι γονείς μου κάθονταν έξω από το σπίτι και αναρωτιούνταν γιατί τους είχε συμβεί αυτό το κακό. Γιατί είχαν χάσει τη γη τους, το σπίτι τους, τον κόσμο τους. Τι θα απογίνονταν μακριά από την Κερύνεια; Δεν άντεχα να τους ακούω, έφευγα.»

«Έφευγα από το σπίτι, έπαιρνα το αυτοκίνητο και γύριζα μέσα στους δρόμους για να ξεχαστώ».

Δεν άντεχε να ακούει τον πόνο τους, γιατί και ο ίδιος πονούσε. Δεν μπορούσαν να φανταστούν πώς δεν θα ξαναέβλεπαν το σπίτι, τα χωράφια, τη γη τους, δεν θα επέστρεφαν στη ζωή και την καθημερινότητα που τόσο αγαπούσαν.

Εκείνο το «γιατί, Θεέ μου;» έμεινε μέσα του για πάντα.

«Όσα χρόνια και αν περάσουν, δεν ξιάνετε τίποτε. Μεγάλο το κακό που πάθαμε, κόρη μου. Μεγάλο. Σκοτώσαν μας τα όνειρά μας, τις προοπτικές μας».

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο σκληρές πλευρές της προσφυγιάς, να προσπαθείς να συνεχίσεις, ενώ ένα κομμάτι σου έχει μείνει για πάντα πίσω.

«Πολύ θα θέλαμε να πάμε στον τόπο μας, στο σπίτι μας».

Όπως εξομολογείται μετά την εισβολή, δεν επέστρεψε ποτέ στην Κερύνεια να δει το σπίτι του. Η απόφασή του συνδέεται και με τις πολιτικές του πεποιθήσεις για το «καθεστώς» που έχει «διαμορφωθεί» στα κατεχόμενα και για το τι συνεπάγεται, κατά την άποψή του, η μετάβαση των προσφύγων στον τόπο τους υπό τις σημερινές συνθήκες.

«Νοσταλγώ τον τόπο μου». Η επιθυμία να επιστρέψει πίσω στον τόπο του παραμένει ζωντανή, ακόμη και αν ο δρόμος προς αυτήν μοιάζει δύσκολος.

«Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή;» τον ρώτησα, «Να στέκω μπροστά στο σπίτι μου και είναι ελεύθερο για να πάω πίσω και να μείνω μέσα. Θα πω Ευχαριστώ, Θεέ μου, επιτέλους και θα βάλω τον σταυρό μου».

Αυτή είναι η επιστροφή που θέλει, όχι μια επίσκεψη, όχι μια διαδρομή λίγων ωρών, όχι μια φωτογραφία μπροστά από ένα σπίτι που δεν μπορεί να κατοικήσει, αλλά η δυνατότητα να ζήσει ξανά εκεί όπου ανήκει.

Όσο μου μιλούσε για τον τόπο του, την Κερύνεια του, η φωνή του άλλαξε και πάλι.

«Η γη εν φέφκει, μακάρι να έρτει τζίνη ώρα της ελευθερίας, ο κόσμος εν θα χρειαστεί δεύτερο λόγο».

Για εκείνον επιστροφή δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αφορά τα παιδιά του, τα εγγόνια του, τους ανθρώπους που γεννήθηκαν σε άλλες πόλεις, αλλά κουβαλούν μέσα τους μια καταγωγή που δεν έζησαν με τον ίδιο τρόπο.

«Γεννήθηκαν στη Λακατάμια, αλλά να θυμούνται ότι είναι από την Κερύνεια»

Μπορεί να μην επέστρεψε στο σπίτι του, όμως δεν έπαψε ποτέ να μεταφέρει την Κερύνεια μέσα στο δικό του σπίτι.

Τι λέτε στα παιδιά και τα εγγόνια σας για τον τόπο σας; τον ρώτησα «Η Κερύνεια είναι μέσα στις καθημερινές μας συζητήσεις, με κάθε ευκαιρία. Τους λέω για τα περβόλια, τις παραλίες, τις καλοκαιρινές νύχτες στη Χρυσοκάβα, τα ψάρια που πιάναμε με το κόσσινο, τα ανοιχτά σπίτια και τους γείτονες. Τους μιλώ για τα ήθη και έθιμα που είχαμε τις γιορτές».

«Για μια στιγμή νόμιζα πώς είμαι παιδί»

Ο κ. Σάββας μοιράστηκε ένα περιστατικό που τον έκανε για λίγο να ξεχαστεί και να ανατρέξει χρόνια πίσω, τότε στα ανέμελα χρόνια της Κερύνειας.

Μια μέρα, στη δική του αυλή στη Λακατάμια, καθώς πότιζε τα δέντρα του, είδε πολύχρωμες πεταλούδες να πετούν πάνω από τους ανθούς. «Ασυναίσθητα άπλωσα το χέρι μου για να καθίσουν στην παλάμη μου.»

Για μια στιγμή, βρέθηκε ξανά στα παιδικά του χρόνια, τότε που έτρεχαν στα περβόλια και άπλωναν τα χέρια τους, περιμένοντας τις πεταλούδες να σταθούν πάνω τους.

Μια πεταλούδα αρκούσε για να ανοίξει ξανά την πόρτα μιας άλλης εποχής.

«Είμαι από την Τζερύνεια, κύριε»

Μοιράστηκε μαζί μου, και μια στιγμή που του χάρισε μια περηφάνια διαφορετική από όλες τις άλλες. Κάπου, κάποιος ρώτησε τον μικρό εγγονό του από πού καταγόταν. Το παιδί, χωρίς δισταγμό, απάντησε με περηφάνια, «Είμαι από την Τζερύνεια, κύριε».

«Δεν ένιωσα ποτέ μου μεγαλύτερη περηφάνια», μου εξομολογήθηκε.

Μέσα από την απάντηση του μικρού του εγγονού, υπήρχε η απόδειξη πως η μνήμη είχε περάσει στην επόμενη γενιά.

«Λέω τους πάντα να θυμούνται ότι γεννήθηκαν στη Λακατάμια, αλλά είναι από την Κερύνεια».

Και αυτή η συμβουλή, είναι ίσως η πιο καθαρή αποτύπωση της ζωής του. Ένας άνθρωπος που αναγκάστηκε να ξαναχτίσει το σπίτι του αλλού, να εργαστεί από την αρχή, να δει τους γονείς του να θρηνούν όσα έχασαν και να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς να γνωρίζει αν θα επιστρέψει ποτέ. Ένας άνθρωπος που δεν ξέχασε ούτε τα βιβλία του ούτε τα χωράφια ούτε τη θάλασσα ούτε τις πεταλούδες.

Η «Αδούλωτη Κερύνεια» και ο αγώνας να μη σβήσει η μνήμη

Μετά τον εκτοπισμό του Αυγούστου του 1974, ο ίδιος συνδέθηκε με το Σωματείο «Αδούλωτη Κερύνεια». Στα πρώτα δύσκολα χρόνια, η προσπάθεια επικεντρώθηκε στην υποστήριξη των προσφύγων και στη δημιουργία των πρόχειρων καταυλισμών όπου θα φιλοξενούνταν οι εκτοπισμένοι. Με την επαναλειτουργία των κρατικών υπηρεσιών, το έργο του σωματείου στράφηκε περισσότερο στο προσφυγικό ζήτημα, στη διατήρηση της μνήμης και στην ενημέρωση των νεότερων γενεών.

Για εκείνον, το «Δεν ξεχνώ» δεν είναι ένα σύνθημα που επαναλαμβάνεται σε επετείους. Είναι μια ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που έζησαν την προσφυγιά, αλλά και απέναντι σε εκείνους που γεννήθηκαν μακριά από τον τόπο των γονιών τους.

Το σωματείο διατήρησε μια συγκεκριμένη πολιτική θέση απέναντι στις προτάσεις επίλυσης του Κυπριακού. Ο ίδιος εξηγεί ότι από το 1974 διαφωνούσε με τη λογική του συμβιβασμού μέσω μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, θεωρώντας ότι μια τέτοια διευθέτηση δεν θα εξασφάλιζε την ουσιαστική επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια και στις περιουσίες τους.

Η αντίθεσή του στο Σχέδιο Ανάν το 2004 και η κριτική του απέναντι στην πορεία των συνομιλιών παραμένουν βασικά στοιχεία της πολιτικής του στάσης. Πιστεύει πως το Κυπριακό πρέπει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και αποκατάστασης των δικαιωμάτων που στερήθηκαν οι πρόσφυγες.

«Εάν λυθεί το Κυπριακό με τη μορφή Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, θα είναι το τέλος του Κυπριακού Ελληνισμού. Η Κύπρος θα τουρκέψει από άκρη σε άκρη, η Κύπρος θα μουσουλμανοποιηθεί, θα ισλαμονοποιηθεί, θα γεμώσει μιναρέδες από την μια μεριά στην άλλη», υποστήριξε.

Οι θέσεις αυτές αποτελούν τη δική του ανάγνωση της ιστορίας και της πολιτικής διαδρομής του Κυπριακού. Για τον ίδιο, όμως, η ουσία βρίσκεται σε ένα ερώτημα που δεν έπαψε ποτέ να τον συνοδεύει, τι σημαίνει επιστροφή, όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει ξανά στον τόπο του;

«Η ελπίδα της επιστροφής δεν χάνεται ποτέ κόρη μου».

Φεύγοντας μου χάρισε το βιβλίο που έγραψε «Η Τζερύνεια», μέσα αφηγείται τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι πρόσφυγες τη ζωή πριν το 1974. Κρατώντας το στα χέρια μου, ένιωσα ότι δεν μου εμπιστεύτηκε απλώς τις αναμνήσεις του, αλλά ένα κομμάτι από την ίδια του τη ψυχή. Ένα πολύτιμο δώρο που κουβαλά τον πόνο της προσφυγιάς, τη δύναμη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την αστείρευτη ελπίδα πώς τίποτα δεν χάνεται.  

Η Κερύνεια του κ. Σάββα, παραμένει εκείνη με τα ανοιχτά σπίτια, τα καλοκαιρινά τραπέζια στην Χρυσοκάβα, τις νύχτες στην ταράτσα, και τα ψάρια που ψάρευαν στην παραλία περιμένοντας τον πατέρα τους να γυρίσει από τη δουλειά κάθε Τετάρτη.

Μια ζωή που κόπηκε απότομα το 1974, αλλά δεν έσβησε ποτέ.

Και όσο ο εγγονός του θα λέει με περηφάνια πως είναι από την Τζερύνεια, όσο οι ιστορίες θα περνούν από γενιά σε γενιά και όσο ένας άνθρωπος θα μπορεί να κλείνει τα μάτια και να βλέπει ξανά το σπίτι του πίσω από το κάστρο, ο τόπος του του θα εξακολουθεί να υπάρχει μέσα του.

Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

 

 

 

 

ΕΔΕΚ σε σταυροδρόμι: Η ώρα του καταστατικού συνεδρίου, το στοίχημα της Σοφίας Χριστοδούλου, οι επιστροφές και το νέο μέτωπο στο Πολιτικό Γραφείο

ΕΔΕΚ σε σταυροδρόμι: Η ώρα του καταστατικού συνεδρίου, το στοίχημα της Σοφίας Χριστοδούλου, οι επιστροφές και το νέο μέτωπο στο Πολιτικό Γραφείο

Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή της ιστορίας της, βρίσκεται η ΕΔΕΚ, με το Καταστατικό Συνέδριο, που πραγματοποιείται σήμερα, να αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία, για τη νέα πρόεδρο του κόμματος, Σοφία Χριστοδούλου Μακρή.

BEST OF TOTHEMAONLINE