Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου διεκδικεί την παραμονή του στην εξουσία, ενώ ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Γκάντι Άιζενκοτ, επιχειρεί να μετατρέψει την εκλογική ενίσχυσή του σε κυβερνητική αλλαγή. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι μικρότεροι σχηματισμοί, οι ανταγωνισμοί της αντιπολίτευσης και ένα ερώτημα που ενδέχεται να παραμείνει αναπάντητο για εβδομάδες: ποιος μπορεί να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της νέας Κνεσέτ.
Οι κάλπες κλείνουν στις 22:00, όταν αναμένονται τα πρώτα exit polls. Ακόμη και τότε, όμως, η εικόνα δεν θα είναι οριστική. Η καταμέτρηση και η τελική κατανομή των 120 εδρών προηγούνται της διαπραγμάτευσης για τον σχηματισμό κυβέρνησης, ενώ η επίσημη δημοσίευση των αποτελεσμάτων αναμένεται στις 4 Νοεμβρίου. Η πρωτιά ενός κόμματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ανάληψη της πρωθυπουργίας.
Το βάρος της αναμέτρησης αποτυπώνεται και στην προσέλευση: σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής , η συμμετοχή μέχρι τις 14.00 έφθασε το 44,9%, το υψηλότερο ποσοστό για τη συγκεκριμένη ώρα από το 1977. Η αυξημένη κινητοποίηση, πάντως, δεν αρκεί από μόνη της για να συναχθεί ποια πλευρά ευνοείται. Αυτό θα εξαρτηθεί από τη γεωγραφική και κοινωνική κατανομή της ψήφου.
Στον πυρήνα της εκλογικής σύγκρουσης βρίσκεται η λογοδοσία για την 7η Οκτωβρίου, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο θα λειτουργήσει το κράτος μετά τον πόλεμο. Οι «Financial Times» περιγράφουν μια βαθύτερη αντιπαράθεση για τον χαρακτήρα του Ισραήλ: τις σχέσεις κυβέρνησης και Δικαιοσύνης, την επιρροή των θρησκευτικών κομμάτων, την επέκταση των εποικισμών και την ισορροπία ανάμεσα στην εθνικιστική Δεξιά και τις φιλελεύθερες δημοκρατικές δυνάμεις. Η διερεύνηση των ευθυνών για την επίθεση και η στρατολόγηση των υπερορθόδοξων αποτελούν δύο από τα πιο συγκεκριμένα πεδία αυτής της σύγκρουσης.
Η εξαίρεση υπερορθόδοξων ανδρών από τη στρατιωτική υπηρεσία έχει αποκτήσει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος σε μια κοινωνία που έχει υποστεί παρατεταμένη επιστράτευση και μεγάλες απώλειες. Παράλληλα, το κόστος ζωής και η πρόσβαση στη στέγη παραμένουν ζητήματα της καθημερινότητας, ακόμη και όταν η ασφάλεια κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση. Η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί να απαντήσει ταυτόχρονα σε απαιτήσεις στρατιωτικής ετοιμότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής αποκατάστασης.
Η δημοσκοπική εικόνα εξηγεί γιατί η σημερινή ψηφοφορία μπορεί να ανοίξει μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας. Στην τελευταία μέτρηση του Channel 12, όπως την παρουσίασαν οι «Times of Israel», το Γιασάρ του Άιζενκοτ συγκεντρώνει 23 έδρες, το Λικούντ 21 και το Μπεγιάχαντ του Ναφτάλι Μπένετ 15. Οι Δημοκράτες ακολουθούν με 10 και το Ισραήλ Μπεϊτένου με οκτώ. Συνολικά, το στρατόπεδο της αλλαγής φθάνει τις 56 έδρες, οι σύμμαχοι του Νετανιάχου τις 50 και οι δύο αραβικοί σχηματισμοί τις 14. Στο Channel 13, η αντίστοιχη κατανομή είναι 54, 50 και 16 έδρες. Καμία από τις δύο μετρήσεις δεν δίνει σε ένα από τα βασικά στρατόπεδα τις 61 έδρες της απόλυτης πλειοψηφίας.
Ανάλογη δυσκολία καταγράφει η δημόσια τηλεόραση Kan: 22 έδρες για τον Άιζενκοτ, 20 για το Λικούντ και 14 για τον Μπένετ. Στη συγκεκριμένη μέτρηση, το αντιπολιτευόμενο στρατόπεδο εμφανίζεται με 52 έδρες, η παράταξη Νετανιάχου με 50, τα αραβικά κόμματα με 14 και ο κοινός σχηματισμός Εφέδρων και Οικονομικού Κόμματος με τέσσερις, καταγεγραμμένος χωριστά. Η διάκριση έχει σημασία: η ταξινόμηση ενός μικρότερου κόμματος σε έναν δημοσκοπικό συνασπισμό δεν ισοδυναμεί με υπογεγραμμένη κυβερνητική συμφωνία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ομοφωνία μεταξύ των μετρήσεων. Η «Haaretz» επισημαίνει ότι δημοσκοπήσεις του Channel 14 στην τελική ευθεία έδιναν στο στρατόπεδο Νετανιάχου ακόμη και 64 έδρες. Η απόκλιση επιβάλλει προσοχή: το αδιέξοδο αποτελεί την επικρατέστερη εικόνα στις μετρήσεις των άλλων μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, όχι διαπιστωμένο εκλογικό αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το όριο εισόδου του 3,25%. Στη μέτρηση του Channel 13, το κόμμα του Όφερ Βίντερ καταγραφόταν στο 3,1% και ο κοινός σχηματισμός Εφέδρων και Οικονομικού Κόμματος στο 3%. Μικρές μετακινήσεις μπορούν επομένως να κρίνουν εάν ολόκληροι σχηματισμοί θα εκπροσωπηθούν, αλλάζοντας την κατανομή των εδρών και τα περιθώρια συνεργασιών.
Το πρώτο σενάριο είναι η συγκρότηση κυβέρνησης χωρίς τον Νετανιάχου. Εάν οι δυνάμεις της αλλαγής εξασφαλίσουν αυτοτελώς πλειοψηφία, η βασική διαπραγμάτευση θα αφορά την πρωθυπουργία, την κατανομή των υπουργείων και το κοινό πρόγραμμα. Με τα περισσότερα δημοσκοπικά δεδομένα, όμως, χρειάζονται πρόσθετη υποστήριξη. Τα αραβικά κόμματα αποκτούν έτσι δυνητικά καθοριστικό ρόλο, είτε μέσω συμμετοχής είτε μέσω εξωτερικής στήριξης ή κοινοβουλευτικής ανοχής. Το εμπόδιο είναι πολιτικό: βασικοί διεκδικητές και πιθανοί εταίροι έχουν απορρίψει συνεργασίες που θα καθιστούσαν την κυβέρνηση εξαρτημένη από αυτά. Η αριθμητική δυνατότητα δεν συνεπάγεται πολιτική συμφωνία.
Σε μια τέτοια κυβέρνηση, η συνοχή θα δοκιμαζόταν από την ανάγκη συνεννόησης μεταξύ διαφορετικών εκδοχών της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς. Η απομάκρυνση του Νετανιάχου μπορεί να αποτελέσει κοινό στόχο, αλλά δεν λύνει τις διαφωνίες για το Παλαιστινιακό, τη θρησκεία και το κράτος ή τους όρους συνεργασίας με τους Άραβες βουλευτές. Πρόκειται για εκτίμηση που προκύπτει από τη σύνθεση του αντιπολιτευόμενου χώρου, ο οποίος έφθασε στην εκλογική αναμέτρηση χωρίς ενιαία πολιτική ταυτότητα.
Μια αλλαγή πρωθυπουργού, επίσης, δεν θα σήμαινε αυτομάτως αλλαγή στρατηγικής απέναντι στους Παλαιστινίους. Η «Le Monde» υπογραμμίζει ότι ο Άιζενκοτ προσφέρει εναλλακτική ως προς τη λειτουργία των θεσμών και την αντιμετώπιση της βίας των εποίκων, χωρίς να υιοθετεί την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Η επόμενη ημέρα θα μπορούσε επομένως να φέρει μεταβολή ύφους, προσώπων και συγκεκριμένων πολιτικών, με σημαντικές συνέχειες στον πυρήνα της αντίληψης για την ασφάλεια.
Το δεύτερο σενάριο είναι η ανανέωση της διακυβέρνησης Νετανιάχου με τους σημερινούς ή παρεμφερείς εταίρους. Προϋποθέτει ευνοϊκότερο αποτέλεσμα από εκείνο που καταγράφουν οι μετρήσεις των Channel 12, Channel 13 και Kan ή μετεκλογική διεύρυνση των συμμαχιών του. Εφόσον η πλειοψηφία εξαρτάται εκ νέου από την ακροδεξιά και τα υπερορθόδοξα κόμματα, αυτά θα διατηρήσουν ισχυρή διαπραγματευτική θέση. Η πίεση για προσάρτηση παλαιστινιακών εδαφών και οι απαιτήσεις των ακραίων εταίρων θα εξακολουθήσουν να επηρεάζουν τις κυβερνητικές αποφάσεις.
Το τρίτο σενάριο είναι ένας ευρύτερος συμβιβασμός μεταξύ αντίπαλων παρατάξεων. Η «Washington Post» καταγράφει συζητήσεις για κυβέρνηση Νετανιάχου-Άιζενκοτ, παρά τη δημόσια απόρριψή της από τον δεύτερο. The Washington Post Μια τέτοια επιλογή θα απαιτούσε ουσιαστικές υποχωρήσεις ως προς την ηγεσία και το πρόγραμμα. Πολιτικά, θα μπορούσε να περιορίσει την εξάρτηση από μικρότερους εταίρους· θα εξέθετε όμως όσους εξελέγησαν υποσχόμενοι απομάκρυνση του Νετανιάχου στην κατηγορία της αθέτησης της βασικής τους δέσμευσης. Πρόκειται για ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης, όχι για συμφωνία που έχει ήδη διαμορφωθεί.
Η τέταρτη εκδοχή είναι η αποτυχία όλων των συνδυασμών και η επιστροφή στις κάλπες. Για το Ισραήλ υπάρχει πρόσφατο προηγούμενο: η παρατεταμένη αδυναμία σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης επέτρεψε σε κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου να παραμείνει σε μεταβατική λειτουργία από τον Δεκέμβριο του 2018 μέχρι τον Μάιο του 2020. Ένα νέο αδιέξοδο θα μπορούσε να του προσφέρει χρόνο στην πρωθυπουργία, ακόμη και χωρίς εκλογική επικράτηση του στρατοπέδου του. apnews.com
Η διαδικασία μετά τις εκλογές και ποιος παραμένει πρωθυπουργός
Η απουσία κομματικής αυτοδυναμίας αποτελεί τον κανόνα στο ισραηλινό σύστημα. Το κρίσιμο είναι εάν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση που θα λάβει την εμπιστοσύνη της Κνεσέτ. Ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ διαβουλεύεται με τις κοινοβουλευτικές παρατάξεις και αναθέτει την εντολή σε βουλευτή που θεωρεί ότι διαθέτει τις καλύτερες πιθανότητες. Δεν υποχρεούται να επιλέξει τον αρχηγό του πρώτου κόμματος. Ο πρώτος εντολοδόχος διαθέτει 28 ημέρες, με δυνατότητα προεδρικής παράτασης έως 14 επιπλέον ημέρες. Εάν αποτύχει, ο πρόεδρος μπορεί να αναθέσει την προσπάθεια σε άλλον βουλευτή, για 28 ημέρες χωρίς αντίστοιχη παράταση. The
Εάν αποτύχει και αυτή η προσπάθεια, ή ο πρόεδρος γνωστοποιήσει ότι δεν βλέπει δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, ανοίγει προθεσμία 21 ημερών. Τουλάχιστον 61 βουλευτές μπορούν να ζητήσουν γραπτώς την ανάθεση της εντολής σε συγκεκριμένο βουλευτή, ο οποίος λαμβάνει 14 ημέρες. Αν δεν υπάρξει τέτοιο αίτημα ή αποτύχει και αυτή η διαδικασία, η Κνεσέτ θεωρείται διαλυμένη και προβλέπεται νέα εκλογή την τελευταία Τρίτη πριν συμπληρωθούν 90 ημέρες από το σχετικό θεσμικό γεγονός. Μέχρι τη συγκρότηση νέας κυβέρνησης, το άρθρο 30 του Βασικού Νόμου περί Κυβέρνησης διατηρεί την απερχόμενη κυβέρνηση στα καθήκοντά της. Συνεπώς, ο Νετανιάχου παραμένει πρωθυπουργός· δεν διορίζεται αυτομάτως άλλος υπηρεσιακός πρωθυπουργός επειδή έχασε την πρωτιά ή την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. natlex.ilo.org
Η μεταβατική κυβέρνηση εξακολουθεί να ασκεί την εκτελεστική εξουσία. Όπως διευκρινίζει το Ισραηλινό Ινστιτούτο Δημοκρατίας, ο νόμος δεν της αφαιρεί γενικά τις κυβερνητικές αρμοδιότητες, αλλά η άσκησή τους υπόκειται σε αυξημένες απαιτήσεις αυτοσυγκράτησης, ιδίως όταν πρόκειται για αποφάσεις που δεσμεύουν την επόμενη κυβέρνηση. Δεν δημιουργείται κενό εξουσίας, ούτε όμως η μεταβατική παραμονή ισοδυναμεί με ανανεωμένη εκλογική εντολή. Αυτή είναι και η ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα της σημερινής αναμέτρησης: η ψήφος μπορεί να αποδυναμώσει τον Νετανιάχου, αλλά η αντικατάστασή του απαιτεί μια λειτουργική κοινοβουλευτική συμφωνία.
Πηγή: protothema.gr