Στην παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, ο Υπουργός συνέδεσε τα μηνύματα του Έπους του '40 με τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή, τονίζοντας ότι, 52 χρόνια μετά την εισβολή, η Κύπρος εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειές της και ότι η παρέλευση του χρόνου δεν μπορεί να νομιμοποιήσει τα αποτελέσματα της παράνομης βίας.
Όπως ανέφερε, ο κυπριακός Ελληνισμός γνωρίζει την έννοια της ελευθερίας και μέσα από την απουσία της, τις πληγές της τουρκικής εισβολής, τα σπίτια που έμειναν κλειστά, τις εκκλησίες που σίγησαν και τις κατεχόμενες πόλεις και χωριά που περιμένουν τους ανθρώπους τους.
Ο κ. Σενέκης υπογράμμισε ότι ο τερματισμός της κατοχής και η απελευθέρωση της πατρίδας παραμένουν ο μεγάλος εθνικός στόχος, τονίζοντας πως «ο αληθινός πατριωτισμός απαιτεί σύνεση, ενότητα, υπευθυνότητα και καθημερινή προσήλωση στο εθνικό συμφέρον».
Αναφερόμενος στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, σημείωσε ότι με συνεχείς πρωτοβουλίες και επίμονες διπλωματικές προσπάθειες, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, εργάζεται συστηματικά για τη δημιουργία των προϋποθέσεων επανέναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Πρόσθεσε ότι οι πρόσφατες επαφές υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, το προσωπικό ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού και η ενεργός εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν σημαντικά στοιχεία αυτής της προσπάθειας.
«Επιδιώκουμε την επανέναρξη των συνομιλιών από το σημείο που διακόπηκαν το 2017, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου και με πλήρη σεβασμό στο ευρωπαϊκό κεκτημένο», είπε.
Εξήγησε ότι στόχος είναι μια συνολική διευθέτηση που θα τερματίζει την κατοχή, θα απαλλάσσει την Κύπρο από τις αναχρονιστικές εγγυήσεις και τα επεμβατικά δικαιώματα και θα διασφαλίζει την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες όλων των νόμιμων κατοίκων της.
Αναγνωρίζοντας ότι ο δρόμος είναι δύσβατος και οι δυσκολίες δεν ξεπερνιούνται με ευχές και διακηρύξεις, ο Υπουργός τόνισε ότι «η δυσκολία ενός στόχου δεν αναιρεί το χρέος να τον επιδιώκουμε».
«Ούτε η απογοήτευση από τις προσπάθειες του παρελθόντος μπορεί να δικαιολογήσει την παραίτηση από την προοπτική μιας λύσης», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αξιοποίησης κάθε δυνατότητας προόδου, «χωρίς εκπτώσεις στις αρχές και στις αξίες μας».
«Να αποδείξουμε ότι η προσήλωσή μας στην ειρήνη δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά έκφραση πολιτικής ωριμότητας και εθνικής αυτοπεποίθησης», ανέφερε.
«Γιατί η ειρήνη που επιδιώκουμε δεν είναι η σιωπηλή αποδοχή της αδικίας. Είναι η αποκατάσταση του δικαίου», είπε, προσθέτοντας ότι δεν επιδιώκεται η νομιμοποίηση της διαίρεσης υπό διαφορετικό όνομα, αλλά η πραγματική απελευθέρωση της κατεχόμενης γης.
Αναφερόμενος στην εθνική επέτειο, ο κ. Σενέκης είπε ότι το «ΟΧΙ» του 1940 δεν ήταν άρνηση της ειρήνης, αλλά της υποδούλωσης, και αποτέλεσε κορυφαία πράξη εθνικής αξιοπρέπειας. Σημείωσε ότι η ελληνική αντίσταση απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα αποτέλεσε σημαντική στρατιωτική και ηθική νίκη, αποδεικνύοντας ότι η υποταγή δεν αποτελούσε μονόδρομο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συμβολή των Κυπρίων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι, παρά τα προσκόμματα της βρετανικής αποικιακής διοίκησης, πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο, συμμετείχαν στην αντίσταση και υπηρέτησαν στο πλευρό των Συμμάχων.
Επισήμανε την ιστορική αντίφαση ότι οι Κύπριοι αγωνίστηκαν για την ελευθερία των λαών, ενώ η πατρίδα τους παρέμενε υπό αποικιακή κυριαρχία, χωρίς να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης μετά τον πόλεμο.
Καταλήγοντας, εξέφρασε την προσδοκία να έρθει η ημέρα κατά την οποία η Αμμόχωστος, η Μόρφου, η Κερύνεια και η Καρπασία «δεν θα αποτελούν τόπους μνήμης και νοσταλγίας, αλλά ζωντανά κομμάτια μιας ελεύθερης πατρίδας».