Σε ανάρτησή της, η κα. Παπά παραθέτει τα δεδομένα όπως, όπως αναφέρει, διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια, υπογραμμίζοντας ότι υπηρέτησε στη θέση της με «βαθύ αίσθημα ευθύνης» απέναντι στους πολίτες και με βασικό γνώμονα την προστασία της ανθρώπινης ζωής και την ενίσχυση της ετοιμότητας της χώρας.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο πρόγραμμα καταφυγίων, το οποίο χαρακτηρίζει διαχρονικά κρίσιμο για την προστασία του άμαχου πληθυσμού. Όπως σημειώνει, το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2000 και περιλαμβάνει περίπου 2.300 καταφύγια με δυνατότητα κάλυψης 250.000 πολιτών, στηριζόμενο σε σημαντικό βαθμό και στη συνεργασία των ίδιων των πολιτών.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, όταν ανέλαβε καθήκοντα τον Απρίλιο του 2021, εντόπισε σοβαρές αδυναμίες στη λειτουργία του συστήματος, κυρίως λόγω υποστελέχωσης και έλλειψης οργανωμένης δομής. Όπως υποστηρίζει, η σταδιακή αποδυνάμωση του προγράμματος τα προηγούμενα χρόνια είχε επηρεάσει την επιχειρησιακή του αποτελεσματικότητα.
Η κα. Παπά τονίζει ότι προχώρησε σε επανειλημμένες και τεκμηριωμένες παρεμβάσεις προς το Υπουργείο Εσωτερικών, επισημαίνοντας την ανάγκη για καθορισμό νέας πολιτικής, ενίσχυση του τομέα και αναδιοργάνωση του συστήματος. «Οι παρεμβάσεις αυτές ήταν συνεχείς και καταγεγραμμένες», αναφέρει, απορρίπτοντας κατηγορηματικά ισχυρισμούς ότι τα ζητήματα δεν είχαν τεθεί.
Μεταξύ των εισηγήσεών της, όπως σημειώνει, ήταν και η δημιουργία εξειδικευμένου κλάδου με αρμόδιους επιστήμονες για τη συστηματική εποπτεία και ανάπτυξη του δικτύου καταφυγίων, πρόταση που, όπως υπογραμμίζει, δεν προωθήθηκε.
Παρά τους περιορισμένους πόρους, η Πολιτική Άμυνα συνέχισε, σύμφωνα με την ίδια, να διαχειρίζεται το πρόγραμμα, προχωρώντας από το 2021 σε εκτεταμένες επιθεωρήσεις καταφυγίων και δράσεις εκπαίδευσης εθελοντών και πολιτών.
Κλείνοντας, η κα. Παπά σημειώνει ότι ο εκσυγχρονισμός ενός τόσο κρίσιμου τομέα δεν θα πρέπει να αποτελεί αιτία στοχοποίησης, αλλά αφετηρία για περαιτέρω βελτίωση, υπογραμμίζοντας πως η προστασία των πολιτών απαιτεί διαφάνεια, ετοιμότητα και συνεργασία.