Ο Γραμματέας του Παγκύπριου Συνδέσμου Λιανικού Εμπορίου, Μάριος Αντωνίου, ανέφερε σε δηλώσεις του στο ThemaOnline, ότι οι θερινές εκπτώσεις αρχίζουν παραδοσιακά τον Ιούλιο, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν καθορισμένες ημερομηνίες, αφού εδώ και δεκαετίες δεν υφίσταται σχετικό διάταγμα.
«Ο κάθε έμπορος, ο κάθε καταστηματάρχης είναι ελεύθερος να επιλέξει, όποτε θέλει, να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει την εκπτωτική του περίοδο. Ένεκα πρακτικής, όμως, τα καλοκαιρινά ξεπουλήματα συνήθως αρχίζουν με την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου και διαρκούν μέχρι τα μέσα Αυγούστου», σημείωσε.
Όπως εξήγησε, δεν υπάρχει θεσμοθέτηση της εκπτωτικής περιόδου, καθώς ο σχετικός νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός, με αποτέλεσμα τόσο οι ημερομηνίες όσο και το ποσοστό των εκπτώσεων να επαφίενται στην κρίση του κάθε καταστηματάρχη. «Κάποιοι ξεκινούν στις 3 Ιουλίου, άλλοι στις 10, ενώ το ίδιο ισχύει και για το ύψος των εκπτώσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Αντωνίου αναφέρθηκε και στην εικόνα του τουρισμού, επισημαίνοντας ότι επηρεάζει άμεσα το λιανικό εμπόριο, ιδιαίτερα στις αμιγώς τουριστικές περιοχές, όπως η Πάφος και η ελεύθερη Αμμόχωστος. Όπως είπε, «η τουριστική κίνηση εμφανίζεται μειωμένη σε σχέση με τις προσδοκίες, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά και τις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου που δραστηριοποιούνται στις συγκεκριμένες περιοχές»
Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις των πολεμικών συγκρούσεων και της διεθνούς αστάθειας στην κυπριακή αγορά, ο κ. Αντωνίου εμφανίστηκε καθησυχαστικός, τονίζοντας ότι «οι παραγγελίες μας φτάνουν κανονικά, υπάρχει επάρκεια προϊόντων στην αγορά και δεν παρατηρούνται ελλείψεις ούτε σε βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης».
Παράλληλα, οι καταναλωτές καλούνται να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά την περίοδο των εκπτώσεων.
Οι ειδικοί συστήνουν να ελέγχουν προσεκτικά τα προϊόντα πριν από την αγορά, ώστε να διαπιστώνουν ότι δεν είναι ελαττωματικά ή δεύτερης διαλογής, ενώ απαραίτητη θεωρείται και η διατήρηση της απόδειξης αγοράς για σκοπούς εγγύησης ή πιθανής επιστροφής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη σύγκριση τιμών και στην αποφυγή παραπλανητικών πρακτικών, όπως προϊόντα – «κράχτες» ή γενικές αναγραφές υψηλών ποσοστών εκπτώσεων που δεν αφορούν το σύνολο των προϊόντων ενός καταστήματος. Οι καταναλωτές καλούνται ακόμη να ενημερώνονται για την πολιτική αλλαγών κάθε καταστήματος, καθώς επιστροφές χρημάτων προβλέπονται από τη νομοθεσία μόνο σε περιπτώσεις ελαττωματικών προϊόντων.
Βάσει της νομοθεσίας, τα καταστήματα υποχρεούνται να αναγράφουν στο ίδιο καρτελάκι τόσο την αρχική όσο και τη μειωμένη τιμή του προϊόντος, ενώ προαιρετική είναι η αναγραφή του ποσοστού έκπτωσης, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να κάνει άμεση σύγκριση.