Ωστόσο, η υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η παχυσαρκία, ο διαβήτης τύπου 2, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος. Παράλληλα, η αυξημένη πρόσληψη ζάχαρης ενισχύει τη φλεγμονή στον οργανισμό, αυξάνει την αρτηριακή πίεση, επιταχύνει τη γήρανση του δέρματος και συμβάλλει στη φθορά των δοντιών. Δεν σταματά εκεί: μπορεί να προκαλέσει έντονες αυξομειώσεις ενέργειας, κόπωση, ακόμη και να επηρεάσει τη γνωστική λειτουργία.
Αντίθετα, τα φυσικά σάκχαρα που περιέχονται στα φρούτα αποτελούν μια πιο υγιεινή επιλογή για τους περισσότερους ανθρώπους, καθώς συνοδεύεται από φυτικές ίνες, βιταμίνες και αντιοξειδωτικά.
Δεν είναι μόνο θέμα διατροφής, αλλά και σκέψης
Τα καλά νέα είναι ότι η λιγούρα για κάτι γλυκό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα υποκύψουμε. Σύμφωνα με τον Michael R. Edelstein, Ph.D., κλινικό ψυχολόγο και άρθρο του στο Psychology Today, η επιθυμία για γλυκό δεν είναι μόνο διατροφικό ζήτημα, αλλά και ζήτημα τρόπου σκέψης.
Όπως εξηγεί, οι λιγούρες αποτελούν μια επιρροή, όχι άμεση αιτία συμπεριφοράς. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε την επιθυμία μας καθορίζει και την αντίδρασή μας. «Σε μεγάλο βαθμό, οι άνθρωποι έχουν μια φυσική, ή τουλάχιστον βιολογικά ριζωμένη, τάση να επιθυμούν ζάχαρη, η οποία έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό τόσο από την εξέλιξη όσο και από το σύγχρονο περιβάλλον μας. Ωστόσο, η άμεση αιτία της ψυχαναγκαστικής κατανάλωσης ζάχαρης έγκειται στον τρόπο που σκεφτόμαστε γι’ αυτήν» συμπληρώνει. Αν πιστεύουμε ότι «πρέπει οπωσδήποτε» να ικανοποιήσουμε μια λιγούρα, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε στην υπερκατανάλωση γλυκών, προσθέτει.
Αντίθετα, αλλάζοντας τον τρόπο σκέψης μας, μπορούμε να επηρεάσουμε και τη συμπεριφορά μας. Η μετάβαση από την αναζήτηση άμεσης ευχαρίστησης στην επιλογή της μακροπρόθεσμης υγείας είναι εφικτή και αποτελεί βασικό στόχο προσεγγίσεων όπως η ορθολογική-συναισθηματική συμπεριφορική θεραπεία.
Πώς λειτουργεί στην πράξη
Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη διαδικασία, ο ψυχολόγος δίνει ένα απλό παράδειγμα:
Ερέθισμα: «Νιώθω έντονη επιθυμία για ένα γλυκό (π.χ. παγωτό ή κέικ)».
Σκέψη: «Πρέπει οπωσδήποτε να το φάω».
Συμπεριφορά: Υποκύπτω και καταναλώνω γλυκό χωρίς έλεγχο.
Το κρίσιμο σημείο είναι η σκέψη. Αν την αμφισβητήσουμε, το αποτέλεσμα μπορεί να αλλάξει:
«Υπάρχει πραγματικά κάποια απόδειξη ότι “πρέπει” να φάω το γλυκό»;
«Τι θα συμβεί αν δεν το κάνω;»
Η απάντηση είναι απλή: τίποτα ουσιαστικό, τονίζει ο ειδικός. Η επιθυμία μπορεί να είναι έντονη, αλλά είναι προσωρινή. Το σώμα μας δεν έχει ανάγκη τη ζάχαρη για να λειτουργήσει άμεσα.
Η δύναμη της συνειδητής επιλογής
Υιοθετώντας έναν πιο ρεαλιστικό και λειτουργικό τρόπο σκέψης, μπορούμε να πούμε στον εαυτό μας: «Μπορεί να θέλω κάτι γλυκό, αλλά δεν είναι απαραίτητο να το φάω. Μπορώ να αντέξω αυτή την επιθυμία και να επιλέξω αυτό που είναι καλύτερο για την υγεία μου». Όπως σημειώνει, όσο περισσότερο συνδέουμε τις επιλογές μας με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, όπως ο κίνδυνος για χρόνιες ασθένειες, τόσο πιο εύκολο γίνεται να αντισταθούμε.
Η αίσθηση στέρησης που μπορεί να νιώσουμε είναι προσωρινή. Τα οφέλη, όμως, είναι μακροχρόνια, καταλήγει.
Συμπέρασμα
Η επιθυμία για γλυκό είναι φυσιολογική, αλλά δεν είναι ακαταμάχητη. Έχουμε τον έλεγχο των επιλογών μας και μπορούμε να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις λιγούρες με πιο συνειδητό τρόπο. Η αλλαγή δεν ξεκινά απαραίτητα από το πιάτο μας, αλλά από τον τρόπο που σκεφτόμαστε.
ΠΗΓΗ: ygeiamou.gr