ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ: Πλήρης διάψευση των ισχυρισμών Δρουσιώτη από την Αστυνομία - Διερεύνηση ποινικών αδικημάτων
Όπως ανέφερε ο κ. Αρναούτης, οι καταγγελίες απασχόλησαν έντονα την κυπριακή κοινωνία, καθώς αφορούσαν ισχυρισμούς για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, διαφθορά, οικονομικές συναλλαγές και παρεμβάσεις στους θεσμούς του κράτους. Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης και την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, η Αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο του 14σέλιδου εγγράφου, των μηνυμάτων, των ηχητικών αποσπασμάτων και του ευρύτερου αφηγήματος ήταν «ψευδές και κατασκευασμένο».
«Δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα ισχυριζόμενα σοβαρά αδικήματα εναντίον των προσώπων που κατονομάστηκαν ή ενεπλάκησαν στους ισχυρισμούς», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αρχηγός Αστυνομίας, προσθέτοντας ότι η διερεύνηση ήταν εκτεταμένη και βασίστηκε σε τεκμήρια και αντικειμενικά δεδομένα.
Παρουσιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο Εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας Βύρωνας Βύρωνος ανέφερε ότι η ίδια η Σάντη παραδέχθηκε στους ανακριτές πως τα επίμαχα μηνύματα αποτελούσαν προϊόν της φαντασίας της και είχαν κατασκευαστεί μέσω ειδικής εφαρμογής. Παράλληλα, παρουσιάστηκαν παραδείγματα παραποιημένων συνομιλιών, στα οποία εντοπίστηκαν τεχνικές ασυμβατότητες, όπως στοιχεία από λειτουργικά συστήματα iOS και Android να εμφανίζονται ταυτόχρονα στην ίδια συσκευή.
Σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, από τις δικανικές εξετάσεις και τις καταθέσεις που λήφθηκαν, καταρρίφθηκαν οι ισχυρισμοί περί σεξουαλικής κακοποίησης από δικαστή, καθώς και η αναφορά για γέννηση παιδιού που φέρεται να απεβίωσε από λευχαιμία. Όπως σημειώθηκε, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί διαψεύστηκαν τόσο από την ίδια την καταγγέλλουσα όσο και από έρευνες σε κρατικά αρχεία.
Η Αστυνομία ανακοίνωσε επίσης ότι ένα ηχητικό απόσπασμα που είχε παρουσιαστεί ως στοιχείο αποδείχθηκε ψεύτικο. Όπως αναφέρθηκε, το πρόσωπο που φερόταν να ακούγεται στο ηχητικό εντοπίστηκε, αναγνώρισε τη φωνή του και έδωσε σχετική κατάθεση στους ανακριτές.
Σε ό,τι αφορά τα τηλεφωνικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στα κατασκευασμένα μηνύματα, ο Αρχηγός Αστυνομίας σημείωσε ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ορισμένοι αριθμοί κινητών τηλεφώνων ήταν δημοσίως διαθέσιμοι στο διαδίκτυο.
Παράλληλα, ο κ. Αρναούτης γνωστοποίησε ότι έχουν ήδη δοθεί οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για διερεύνηση πιθανών ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με τη δημιουργία, δημοσίευση και διάδοση των επίμαχων μηνυμάτων, ηχητικών και διαδικτυακών αναρτήσεων.
«Ξεκινά η διερεύνηση εκείνων που κατασκεύασαν τα μηνύματα», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν προτίθεται να αποκαλύψει ονόματα προσώπων που ενδέχεται να κληθούν για ανάκριση. «Η σύλληψη δεν είναι αυτοσκοπός. Η διερεύνηση χρειάζεται για να επιβεβαιώσεις όσα αναφέρονται σε καταγγελίες», υπογράμμισε.
Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, ο Αρχηγός Αστυνομίας επιβεβαίωσε ότι στο πλαίσιο της έρευνας ανακρίθηκε και ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης. Παράλληλα, υπερασπίστηκε τις ανακριτικές ενέργειες που έγιναν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, περιλαμβανομένης της εξασφάλισης ενταλμάτων έρευνας.
«Όταν πάμε στο δικαστήριο για ένταλμα έρευνας ή σύλληψης, πηγαίνουμε με στοιχεία τεκμηριωμένα και το δικαστήριο αποφασίζει αν θα εκδώσει ή όχι το ένταλμα», ανέφερε, σχολιάζοντας τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε στην περίπτωση του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη.
Ο κ. Αρναούτης απέρριψε επίσης τις αναφορές περί πολιτικών παρεμβάσεων ή σκοπιμοτήτων ως προς τον χρόνο ανακοίνωσης του πορίσματος. «Πολιτικές πιέσεις ουδέποτε δέχθηκα», δήλωσε, ξεκαθαρίζοντας ότι η κατάληξη της υπόθεσης προέκυψε έπειτα από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα και δεν συνδέεται με άλλες έρευνες, όπως εκείνη που αφορούσε το βιβλίο «Κράτος Μαφία».
Κλείνοντας, σημείωσε ότι η διερεύνηση αντιμετώπισε και πρακτικές δυσκολίες λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει από τα γεγονότα που καταγγέλλονταν, επισημαίνοντας πως «τα δεδομένα δεν μπορείς να πας χρόνια πίσω για να τα βρεις».


