Η υπόθεση αφορούσε διαμέρισμα σε συγκρότημα στην Πάφο, το οποίο είχε αγοραστεί το 1984 από ιδιώτη.
Μετά την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και την εξόφληση του τιμήματος αγοράς, η αγοραστής υπέβαλε αίτηση για μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά της, βάσει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου.
Η εταιρεία ανάπτυξης γης υπέβαλε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι η αγοραστής όφειλε πέραν των €87.000 για κοινόχρηστα έξοδα, φόρους, τέλη και άλλες χρεώσεις, που -κατά τους ισχυρισμούς της- είχαν καταβληθεί εκ μέρους της.
Το Εφετείο έκρινε ότι ούτε η σύμβαση πώλησης, ούτε η σχετική νομοθεσία, καθιστούσαν την πληρωμή των εν λόγω ποσών προϋπόθεση για τη μεταβίβαση του ακινήτου.
Όπως σημειώνεται στην απόφαση, οι τυχόν αξιώσεις του πωλητή έναντι του αγοραστή πρέπει να διεκδικούνται μέσω ξεχωριστής πολιτικής διαδικασίας και όχι να χρησιμοποιούνται για την παρεμπόδιση της μεταβίβασης τίτλου.
Το Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στην αγωγή που είχε καταχωρίσει η εταιρεία εναντίον της αγοράστριας για τις επίδικες οφειλές, σημειώνοντας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, με απόφαση ημερομηνίας 4 Απριλίου 2025, απέρριψε στο σύνολό τους τις σχετικές απαιτήσεις, κρίνοντας μεταξύ άλλων ότι δεν υπήρχε συμβατική πρόνοια που να συνδέει την καταβολή κοινοχρήστων ή άλλων χρεώσεων με τη μεταβίβαση του ακινήτου.
Με την απόφασή του, το Εφετείο επικύρωσε τόσο την απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου όσο και την πρωτόδικη κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, απορρίπτοντας την έφεση και επιδικάζοντας έξοδα υπέρ των εφεσίβλητων.