Οι δημόσιες παρεμβάσεις των τελευταίων ημερών, σε συνδυασμό με τις διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στο παρασκήνιο, επιβεβαιώνουν ότι η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει. Μπορεί κανείς να μην έχει ανακοινώσει επίσημα υποψηφιότητα, όμως είναι εμφανές ότι αρκετά στελέχη παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, μετρούν συσχετισμούς και προετοιμάζονται για τη στιγμή που η κουβέντα θα περάσει από το παρασκήνιο στην πρώτη γραμμή της πολιτικής επικαιρότητας.
Η μάχη αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το ποιος θα εξασφαλίσει το χρίσμα του κόμματος. Ο υποψήφιος που θα επιλεγεί θα κληθεί, εκτός απροόπτου, να τεθεί απέναντι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, εφόσον ο τελευταίος διεκδικήσει δεύτερη θητεία. Αυτό από μόνο του ανεβάζει τον πήχη και καθιστά την επιλογή ίσως τη σημαντικότερη πολιτική απόφαση που καλείται να λάβει ο ΔΗΣΥ μέχρι τις επόμενες Προεδρικές εκλογές.
Είναι απολύτως φυσιολογικό σε ένα μεγάλο κόμμα να υπάρχουν περισσότερες από μία φιλοδοξίες. Η πολιτική άλλωστε δεν λειτουργεί χωρίς πρόσωπα που θέλουν να διεκδικήσουν ηγετικούς ρόλους. Εκείνο που θα κρίνει, όμως, την επόμενη ημέρα δεν είναι ποιος επιθυμεί περισσότερο να είναι υποψήφιος, αλλά ποιος μπορεί πραγματικά να οδηγήσει την παράταξη ξανά στην εξουσία.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίλημμα που καλείται να απαντήσει η Πινδάρου.
Οι προσωπικές ατζέντες, οι σχέσεις, οι παλιοί συσχετισμοί και οι εσωκομματικές ισορροπίες δεν μπορούν να αποτελέσουν το βασικό κριτήριο επιλογής. Ο ΔΗΣΥ καλείται να αξιολογήσει με απόλυτο ρεαλισμό την εκλεξιμότητα κάθε πιθανού υποψηφίου. Ποιος έχει τη δυνατότητα να συσπειρώσει την κομματική βάση, αλλά ταυτόχρονα να απευθυνθεί και πέρα από τα στενά όρια της παράταξης; Ποιος μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις την Προεδρία της Δημοκρατίας σε μια εκλογική αναμέτρηση με ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις;
Αν αυτή η συζήτηση παραμεριστεί και επικρατήσει η λογική της προσωπικής φιλοδοξίας ή της ανάγκης πολιτικής δικαίωσης, τότε ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός κινδυνεύει να οδηγηθεί σε ακόμη μία περίοδο εσωστρέφειας, με νέα εσωκομματικά μέτωπα και τραύματα που δύσκολα θα επουλωθούν μέχρι το 2028. Και ένα κόμμα που θα βγει διχασμένο από τη διαδικασία επιλογής του υποψηφίου του, θα έχει ήδη δυσκολέψει τη δική του προσπάθεια πριν ακόμη αρχίσει η πραγματική προεκλογική μάχη.
Μέσα σε αυτό το κλίμα ήρθε να προστεθεί και η δημόσια παρέμβαση του Γιώργου Παμπορίδη. Η ανάρτησή του, η οποία ερμηνεύτηκε ως σαφής αιχμή προς τον Αβέρωφ Νεοφύτου και την Αννίτα Δημητρίου, προκάλεσε νέο κύκλο συζητήσεων στο εσωτερικό της παράταξης. Ανεξάρτητα από το αν οι επισημάνσεις του αντανακλούν πραγματικές ανησυχίες ή αποτελούν προσωπική πολιτική εκτίμηση, το βέβαιο είναι ότι τέτοιου είδους δημόσιες παρεμβάσεις δεν συμβάλλουν στην προσπάθεια διατήρησης της ενότητας σε μια περίοδο κατά την οποία όλοι αναγνωρίζουν πως η συνοχή αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επόμενη ημέρα.
Η πορεία προς το 2028 μόλις άρχισε και είναι δεδομένο ότι όσο πλησιάζει η ώρα των αποφάσεων, οι δημόσιες τοποθετήσεις θα πολλαπλασιάζονται, οι διαχωριστικές γραμμές θα γίνονται πιο έντονες και οι πολιτικές ισορροπίες θα δοκιμάζονται.
Το μεγάλο στοίχημα για τον Δημοκρατικό Συναγερμό δεν είναι μόνο να αναδείξει τον υποψήφιο που θεωρεί ότι μπορεί να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές. Είναι να φτάσει σε εκείνη την απόφαση χωρίς να αναπαράγει τις διαιρέσεις του παρελθόντος. Γιατί, αν η μάχη για το χρίσμα εξελιχθεί σε μάχη χαρακωμάτων, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της παράταξης δεν θα είναι ο Νίκος Χριστοδουλίδης. Θα είναι οι πληγές που θα έχει αφήσει πίσω της η ίδια η εσωκομματική διαδικασία.


